Οι ειδικές δικονομικές εγγυήσεις για τα μέλη της εκτελεστικής εξουσίας δεν θεσπίστηκαν ως προνόμιο συγκάλυψης, αλλά ως αναγκαίο ανάχωμα απέναντι στην ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής.
Με μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στο «Μανιφέστο», ο γνωστός ποινικολόγος Σάκης Κεχαγιόγλου τοποθετείται με νηφαλιότητα, «καθοδηγούμενος» από την πείρα του και τις γνώσεις του, για όλα τα φλέγοντα ζητήματα.
Εν όψει της συνταγματικής αναθεώρησης πιστεύετε ότι πρέπει να αλλάξει ο τρόπος εκλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων;
Η Δικαιοσύνη οφείλει να απολαμβάνει απόλυτης λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού της έργου. Εντούτοις, σε μια ευνομούμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία, η πλήρης θεσμική στεγανοποίηση και αυτονόμηση οποιασδήποτε λειτουργίας από την πηγή όλων των εξουσιών, τον κυρίαρχο λαό, συνιστά δημοκρατικό έλλειμμα.
Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, όπως αποκρυσταλλώθηκε στον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό, προϋποθέτει θεσμικό αντίβαρο (checks and balances) και αλληλοέλεγχο, όχι απομόνωση.
Το σύστημα που καθιέρωσε το σύνταγμα του 1975 (άρθρο 90 παρ. 5) υπήρξε πυλώνας της μεταπολιτευτικής μας σταθερότητας και της εμπέδωσης του κράτους δικαίου. Τυχόν περιθώρια βελτίωσης εν όψει της συνταγματικής αναθεώρησης πρέπει να αναζητηθούν αποκλειστικά προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της διαφάνειας και της διεύρυνσης της συμμετοχής του ίδιου του δικαστικού σώματος στην προδικασία της επιλογής, χωρίς όμως να διαρρηγνύεται η δοκιμασμένη συνταγματική ισορροπία που υπηρετεί τη χώρα επί μισό και πλέον αιώνα.
Με την ίδια αναθεώρηση, κρίνεται ότι πρέπει να υπάρξει τροποποίηση του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών;
Η θεσμική εμπειρία καταδεικνύει ότι έχει ωριμάσει πλήρως η ανάγκη για τον οριστικό περιορισμό της εμπλοκής της Βουλής στην ποινική αξιολόγηση των υπουργικών πράξεων και την αντίστοιχη πλήρη αποκατάσταση του δικαιοδοτικού ρόλου της τακτικής Δικαιοσύνης. Υπό την έννοια αυτήν, η κατεύθυνση μιας νέας, βαθύτερης αναθεώρησης είναι επιβεβλημένη.
Η αρχιτεκτονική του άρθρου 86 δεν επιτρέπεται να τροποποιείται υπό το κράτος πολιτικής αντιπαράθεσης ή με το βλέμμα εγκλωβισμένο στις σκοπιμότητες του χθες. Στόχος μας πρέπει να είναι ένα σύστημα όπου η ποινική διερεύνηση θα ανήκει αποκλειστικά στους τακτικούς δικαστές από το αρχικό στάδιο, διασφαλίζοντας την απόλυτη διαφάνεια και τα εγγυητικά δικαιώματα του Κράτους Δικαίου.
Ωστόσο, η συνταγματική τάξη επιτάσσει να θυμόμαστε ότι οι ειδικές δικονομικές εγγυήσεις για τα μέλη της εκτελεστικής εξουσίας δεν θεσπίστηκαν ως προνόμιο συγκάλυψης, αλλά ως αναγκαίο ανάχωμα απέναντι στην ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής και την εργαλειοποίηση της ποινικής καταστολής ως μέσου πολιτικής εξόντωσης.
Πώς σχολιάζετε τη συζήτηση περί απαγόρευσης για ένα διάστημα ανάληψης πολιτικών ή θεσμικών θέσεων από αφυπηρετούντες δικαστές και εισαγγελείς;
Η συζήτηση αυτή δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Σε όλες τις ώριμες Δημοκρατίες αναζητείται διαρκώς η σωστή ισορροπία ανάμεσα στα πολιτικά δικαιώματα των δικαστικών λειτουργών και στην ανάγκη προστασίας του κύρους της Δικαιοσύνης.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Γερμανίας, όπου δικαστές μπορούν να συμμετέχουν στην πολιτική ζωή και ακόμη να εκλέγονται στο Κοινοβούλιο. Η δημόσια συζήτηση εκεί δεν επικεντρώνεται στην απαγόρευση, αλλά στο κατά πόσο η πολιτική δράση ενός δικαστή μπορεί να επηρεάσει την εικόνα αμεροληψίας που οφείλει να εκπέμπει όταν επιστρέφει στη δικαστική υπηρεσία.
Υπό αυτό το πρίσμα, θεωρώ εύλογη τη συζήτηση για την καθιέρωση μιας σύντομης μεταβατικής περιόδου μεταξύ της αφυπηρέτησης ενός ανώτατου δικαστικού λειτουργού και της ανάληψης πολιτικών ή άλλων υψηλών δημόσιων αξιωμάτων.
Πιστεύετε ότι τηρήθηκε το τεκμήριο της αθωότητας στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ;
Η αρχή αυτή καθίσταται ζωτική όταν αφορά δημόσια πρόσωπα ή υποθέσεις μεγάλου κοινωνικού αντίκτυπου. Σε μια εποχή τηλεοπτικών δικών με χαρακτήρα ανθρωποφαγίας, ενορχηστρωμένων διαρροών της προδικασίας και ψηφιακών «λαϊκών δικαστηρίων», ο κίνδυνος να προηγηθεί η κοινωνική εξόντωση και η ηθική καταδίκη της ίδιας της δικαστικής κρίσης είναι πιο ορατός από ποτέ.
Ως προς την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η ιδιότητά μου ως υπερασπιστή δεν μου επιτρέπει να τοποθετηθώ επί της ουσίας μιας εκκρεμούς δικογραφίας· αυτό ανήκει αποκλειστικά στην αρμόδια Δικαιοσύνη.
Εκείνο όμως που επιβάλλεται να επισημανθεί θεσμικά είναι ότι στην εν λόγω υπόθεση, όπως και σε κάθε άλλη που διεγείρει τα αντανακλαστικά της κοινής γνώμης, παρατηρήθηκε ξανά το επικίνδυνο φαινόμενο της σύγχυσης: η ποινική δίωξη βαφτίστηκε ενοχή, η έρευνα εξομοιώθηκε με καταδίκη και η πολιτική αντιπαράθεση υποκατέστησε τη νηφάλια δικαστική κρίση.
Σε ένα κράτος δικαίου, οι δικαστές αποφαίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία του ακροατηρίου και όχι υπό το κράτος του θορύβου της επικαιρότητας ή των πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Συμφωνείτε με την αποφυλάκιση καταδικασμένων για τρομοκρατία, όπως ο Γιωτόπουλος, μέσω της υφ’ όρον απόλυσης, ή πρέπει να υπάρχει αυστηρότερη πρόβλεψη;
Σε ένα κράτος δικαίου, οι νόμοι χαρακτηρίζονται από γενικότητα και αφαιρετικότητα, δεν θεσπίζονται ad personam (φωτογραφικά), ούτε εφαρμόζονται επιλεκτικά. Η δικαιοδοτική κρίση, συνεπώς, δεν επιτρέπεται να εξαρτάται από το ονοματεπώνυμο του κρατουμένου, ούτε από το μέγεθος του αποτροπιασμού που το έγκλημά του έχει εγγράψει στη συλλογική μνήμη της κοινωνίας.
Αναμφίβολα, η τρομοκρατία συνιστά ένα έγκλημα με μέγιστη κοινωνική και πολιτική απαξία, καθώς στρέφεται κατά της ίδιας της δημοκρατικής λειτουργίας. Εάν ο ιστορικός νομοθέτης κρίνει, στο πλαίσιο της αντεγκληματικής πολιτικής του, ότι για ορισμένα ιδιώνυμα εγκλήματα απαιτείται η πρόβλεψη αυστηρότερων τυπικών ή ουσιαστικών κριτηρίων για την απόλυση, τούτο εμπίπτει στη σφαίρα της πολιτικής ευθύνης του.
Εκείνο όμως που συνιστά θεσμική διολίσθηση είναι η εργαλειοποίηση του νόμου, η μεταβολή των προϋποθέσεων ανάλογα με τη συγκυρία, ή η εφαρμογή ενός «ποινικού δικαίου του εχθρού» (Feindstrafrecht), όπου ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζεται όχι ως υποκείμενο δικαιωμάτων, αλλά ως υπαρξιακή απειλή.
Εκτός από μεγάλη τιμή και αναγνώριση, τι σημαίνει για εσάς στην πράξη η αναγόρευσή σας σε Αρχοντα Μέγα Λογοθέτη του Νόμου και Αρχοντα Δικαιοφύλακα;
Οι θεσμός των Αρχόντων γεννήθηκε σε εποχές κατά τις οποίες ο ελληνισμός δεν διέθετε πάντοτε κράτος, αλλά διέθετε πίστη, παιδεία, γλώσσα και ιστορική συνείδηση. Μέσα από αυτούς τους θεσμούς διατηρήθηκε ζωντανή η ταυτότητα του Γένους σε δύσκολους καιρούς.
Για εμένα, λοιπόν, η αναγόρευση αυτή αποτελεί πρωτίστως υπενθύμιση χρέους. Χρέους απέναντι στην Εκκλησία, στον Ελληνισμό της Διασποράς, στα Πατριαρχεία που συνεχίζουν να κρατούν αναμμένη μια φλόγα αιώνων και στις επόμενες γενιές που οφείλουμε να παραδώσουμε ισχυρές τις αξίες που παραλάβαμε.
Γι’ αυτό και αντιμετωπίζω αυτήν τη διάκριση όχι ως επιβράβευση όσων έκανα, αλλά ως υπενθύμιση όσων οφείλω ακόμη να προσφέρω.