Η πρόεδρος της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ αξιοποιεί την κρίση στη Θέουτα για να καταγγείλει «ακροδεξιά στροφή» της Ευρώπης, επιλέγοντας μια πολιτική ερμηνεία που αφήνει σε δεύτερο πλάνο την ουσία του μεταναστευτικού προβλήματος.
Η Ρένα Δούρου επέλεξε να μεταφέρει τη συζήτηση για το μεταναστευτικό στο πεδίο της ιδεολογικής αντιπαράθεσης, με αφορμή τις εξελίξεις στη Θέουτα, την κοινή πρωτοβουλία 22 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη στάση της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Η πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ κατηγόρησε την ελληνική κυβέρνηση ότι συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας «ακροδεξιάς ατζέντας» στην Ευρώπη, επιχειρώντας να συνδέσει τις πολιτικές για την προστασία των συνόρων και τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών με μια ευρύτερη ιδεολογική μετατόπιση.
Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή αφήνει αναπάντητο το βασικό ερώτημα της ευρωπαϊκής συζήτησης: πώς αντιμετωπίζεται μια αυξανόμενη πίεση στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ, χωρίς η ανάγκη αποτελεσματικής μεταναστευτικής πολιτικής να μετατρέπεται αυτομάτως σε πεδίο πολιτικών χαρακτηρισμών.
Η συζήτηση που άνοιξε στην Ευρώπη δεν ξεκίνησε από κάποια ιδεολογική αντιπαράθεση, αλλά από μια νέα μεταναστευτική πίεση στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης, με τη Θέουτα να μετατρέπεται σε σημείο αναφοράς για την ανάγκη αποτελεσματικότερης διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η επιλογή της Ρένας Δούρου να μεταφέρει το βάρος της συζήτησης στην «ακροδεξιά ατζέντα» δείχνει να υπηρετεί περισσότερο μια πολιτική αφήγηση, παρά την ουσία του ευρωπαϊκού προβληματισμού.
Το επικοινωνιακό εργαλείο... της «ακροδεξιάς ατζέντας»
Η κρίση στη Θέουτα ανέδειξε ένα πραγματικό ευρωπαϊκό πρόβλημα. Η μαζική πίεση στα εξωτερικά σύνορα υποχρέωσε κυβερνήσεις διαφορετικών πολιτικών αποχρώσεων να αναζητήσουν κοινές λύσεις για τον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών και την προστασία των ευρωπαϊκών συνόρων. Πρόκειται για μια συζήτηση που εξελίσσεται πλέον σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν περιορίζεται σε κυβερνήσεις που μπορούν εύκολα να χαρακτηριστούν ιδεολογικά.
Η Ρένα Δούρου, αντί να τοποθετηθεί επί της ουσίας αυτής της συζήτησης, επιλέγει να την εντάξει σχεδόν αποκλειστικά στο αφήγημα περί «κανονικοποίησης της ακροδεξιάς». Πρόκειται για μια πολιτική επιλογή που ασφαλώς εξυπηρετεί την αντιπολιτευτική της στρατηγική, όμως ταυτόχρονα απλουστεύει μια ιδιαίτερα σύνθετη ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Όταν κάθε αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική βαφτίζεται συλλήβδην «ακροδεξιά», η δημόσια συζήτηση μεταφέρεται από τα πραγματικά δεδομένα στους ιδεολογικούς αφορισμούς.
Η επίκληση της «ακροδεξιάς ατζέντας» λειτουργεί έτσι ως ένα ισχυρό επικοινωνιακό εργαλείο, αλλά δεν αρκεί για να εξηγήσει γιατί ολοένα και περισσότερα κράτη-μέλη —με διαφορετικές κυβερνήσεις και διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες— ζητούν αλλαγές στη μεταναστευτική πολιτική της Ένωσης. Η πραγματικότητα στα ευρωπαϊκά σύνορα είναι πολύ πιο σύνθετη από μια εύκολη ιδεολογική ταμπέλα, και όσο η πολιτική ανάλυση υποκαθίσταται από χαρακτηρισμούς, τόσο απομακρύνεται η συζήτηση από την ουσία των προβλημάτων.