Υπήρχε μια εποχή που το ΠΑΣΟΚ δεν μετρούσε ποσοστά· μετρούσε κυβερνήσεις. Δεν αγωνιούσε για την είσοδο στη Βουλή· καθόριζε ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα.
Σήμερα, όμως, το άλλοτε κραταιό κόμμα της μεταπολίτευσης μοιάζει να έχει κλείσει ραντεβού με μια πολιτική ταπείνωση: την 4η, ίσως και την 5η θέση. Όχι ως «ατύχημα», αλλά ως φυσική κατάληξη μιας παρατεταμένης κρίσης ταυτότητας, στρατηγικής και ηγεσίας.
Το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό, είναι δομικό. Και κυρίως, αυτοπροκληθέν. Οι κάτωθι έξι λόγοι περιγράφουν το αφήγημα της τραγικής κατάστασης σε πολιτικό επίπεδο που έχει περιέλθει σήμερα το ΠΑΣΟΚ. Συγκεκριμένα:
1. Κόμμα χωρίς αφήγημα
Το πρώτο και μεγαλύτερο αδιέξοδο είναι η απουσία πολιτικής ταυτότητας. Τι είναι σήμερα το ΠΑΣΟΚ; Σοσιαλδημοκρατία; Κέντρο; Αντιδεξιά δύναμη; Μετριοπαθές συμπλήρωμα της ΝΔ; «Υπεύθυνη αντιπολίτευση»; Κανείς δεν ξέρει. Και όταν δεν ξέρεις εσύ τι είσαι, δεν πρόκειται να σε μάθει ο ψηφοφόρος.
Ο πολίτης ακούει γενικόλογες διακηρύξεις για «θεσμούς», «σοβαρότητα», «ευρωπαϊσμό», αλλά δεν ακούει συγκρουσιακό λόγο, δεν βλέπει καθαρό μέτωπο με την κυβέρνηση, δεν αισθάνεται ότι υπάρχει εναλλακτική εξουσίας. Το ΠΑΣΟΚ δεν εμπνέει· απλώς υπάρχει. Και στην πολιτική, η αοριστία τιμωρείται.
2. Φόβος να συγκρουστεί
Το κόμμα δείχνει να φοβάται τη σύγκρουση. Με τη Νέα Δημοκρατία είναι ήπιο, με τον ΣΥΡΙΖΑ αμυντικό, με τα μικρότερα κόμματα αμήχανο. Θέλει να τα έχει καλά με όλους. Και τελικά δεν πείθει κανέναν.
Η κοινωνία, ειδικά σε περιόδους κρίσης και ακρίβειας, ζητά καθαρές γραμμές. Όχι ισορροπίες γραφείου. Το ΠΑΣΟΚ μοιάζει να κάνει αντιπολίτευση... με χαμηλή ένταση, λες και φοβάται μήπως παρεξηγηθεί. Όμως χωρίς πολιτικό ρίσκο, δεν υπάρχει πολιτικό κέρδος.
3. Ηγεσία «διαχειριστική», όχι ηγετική
Το τρίτο «αγκάθι» είναι η εικόνα ηγεσίας. Ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν αμφισβητείται ως πρόσωπο εντιμότητας. Αμφισβητείται όμως ως πολιτικός αρχηγός με την ικανότητα να οδηγήσει ένα κόμμα εξουσίας. Η παρουσία του είναι τεχνοκρατική, χαμηλών τόνων, σχεδόν διοικητική. Όχι εκρηκτική, όχι κινηματική, όχι ηγετική.
Δεν δημιουργεί ρεύμα, δεν παράγει πολιτική ένταση, δεν συσπειρώνει. Σε μια εποχή που η πολιτική παίζεται στην ατζέντα, την ταχύτητα και τη σύγκρουση, το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται να κινείται με ρυθμό... επιτροπής. Και τα κόμματα δεν ανεβαίνουν με συνεδριάσεις. Ανεβαίνουν με αφήγημα και πάθος.
4. Εσωκομματικός μικρόκοσμος
Την ώρα που η κοινωνία βράζει για μισθούς, ενοίκια και λογαριασμούς, στο ΠΑΣΟΚ η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από στρατόπεδα, ισορροπίες, βέτο, μηχανισμούς, βαρόνους και προσωπικές στρατηγικές. Ο κόσμος ακούει για Δούκα, Γερουλάνο, Διαμαντοπούλου, εσωτερικά παζάρια, συνέδρια-μαχαιρώματα και προσωπικές ατζέντες. Δεν ακούει για σχέδιο διακυβέρνησης.
Έτσι, το κόμμα δείχνει να ζει μέσα στον εαυτό του. Μια πολιτική λέσχη, όχι μια κοινωνική δύναμη. Και όταν ο ψηφοφόρος βλέπει εσωστρέφεια, απλώς γυρίζει την πλάτη.
5. Το βάρος της ιστορίας που δεν ξεπεράστηκε ποτέ
Το ΠΑΣΟΚ δεν έκανε ποτέ πραγματικό restart μετά την κατάρρευση της μνημονιακής περιόδου. Δεν απολογήθηκε καθαρά. Δεν επαναπροσδιορίστηκε ριζικά.
Δεν έκοψε τον ομφάλιο λώρο με το παλιό σύστημα εξουσίας. Έμεινε σε μια μόνιμη κατάσταση «νοσταλγίας Ανδρέα» και «διαχείρισης Σημίτη». Μιλά για το παρελθόν του περισσότερο απ’ όσο μιλά για το μέλλον. Αλλά οι νέοι ψηφοφόροι δεν έχουν αναμνήσεις από το ’81. Έχουν μόνο την εικόνα ενός κόμματος που κάποτε κυβέρνησε και μετά κατέρρευσε. Και δεν ψηφίζεις μνήμη. Ψηφίζεις προοπτική.
6. Η κοινωνία έφυγε – και δεν την πήρε χαμπάρι
Οι λαϊκές γειτονιές, οι εργαζόμενοι, οι μικρομεσαίοι, η νέα γενιά –οι φυσικοί χώροι του ΠΑΣΟΚ– έχουν μετακινηθεί αλλού. Κάποιοι στη ΝΔ για «σταθερότητα», άλλοι στην αποχή, άλλοι στα άκρα. Το κόμμα δεν κατάφερε να ξαναχτίσει δεσμούς. Δεν έχει κίνηση στη βάση, δεν έχει κοινωνική διείσδυση, δεν έχει κινηματικά αντανακλαστικά. Χωρίς κοινωνική ρίζα, μένει μόνο ο εκλογικός δίαυλος των δημοσκοπήσεων. Και εκεί, η πτώση είναι μαθηματικά βέβαιη.
Το ΠΑΣΟΚ δεν κινδυνεύει απλώς να χάσει ψήφους. Κινδυνεύει να χάσει τον λόγο ύπαρξής του. Αν συνεχίσει έτσι, δεν θα παλεύει για την πρωτιά, ούτε για τη δεύτερη θέση. Θα μετρά αν θα προλάβει την τέταρτη – ή αν θα ξυπνήσει πέμπτο, πίσω από κόμματα διαμαρτυρίας. Και τότε δεν θα μιλάμε για «επιστροφή». Θα μιλάμε για ιστορική υποσημείωση.


