Πριν από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, τον Ιανουάριο του 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε προϊδεάσει για την προσέγγισή του στις διατλαντικές σχέσεις.
Στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου (Φεβρουάριος 2025) ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζέι ντι Βανς υπογράμμιζε ότι η Ουάσιγκτον αναμένει από τις Βρυξέλλες «να εντείνει δυναμικά τις προσπάθειες για την άμυνά της».
Η γραμμή ήταν σαφής. Η Ευρώπη (ως ΕΕ και ως ήπειρος συνολικά) όφειλε να καλύπτει μόνη της τόσο επιχειρησιακά όσο και οικονομικά την αμυντική της ικανότητα, δίχως να υπολογίζει –τουλάχιστον όχι όσο πριν– στην άλλη άκρη του Ατλαντικού.
Υπ’ αυτό το πρίσμα, η απειλή του κ. Τραμπ για αποχώρηση των Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία, καθώς και από την Ισπανία και την Ιταλία, θεωρείται αναμενόμενη ενέργεια. Τουλάχιστον ως τέτοια την περιέγραψε ο Γερμανός υπουργός Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους.
Αυτό που ίσως εξέπληξε τους Ευρωπαίους είναι η ταχύτητα και η αφορμή. Η δυναμική των γεγονότων φαίνεται ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει ως επιταχυντής για την ενίσχυση και την ολοκλήρωση του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής άμυνας που ακόμα βρίσκεται σε εμβρυακό στάδιο. «Εμείς οι Ευρωπαίοι πρέπει να αναλάβουμε μόνοι την ευθύνη για την ασφάλειά μας», δήλωσε ο κ. Πιστόριους, προσθέτοντας ότι η ανακοίνωση των ΗΠΑ «καθιστά σαφές ότι το ΝΑΤΟ πρέπει να γίνει ευρωπαϊκό».
Καταλύτης ήταν ο πόλεμος στο Ιράν. Ισπανία και Ιταλία δεν επέτρεψαν στην Ουάσιγκτον να χρησιμοποιήσει τις αεροπορικές βάσεις τους για επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, δημιουργώντας δυσαρέσκεια. Ιδιαίτερα για την Ισπανία και τον πρωθυπουργό της, Πέδρο Σάντσεθ, που επέκρινε έντονα και δημόσια τις ΗΠΑ, εξεταζόταν –σύμφωνα με το Reuters– η αποβολή της από τη Συμμαχία ως τιμωρία.
Στη γερμανική περίπτωση η κατάσταση εξελίχθηκε διαφορετικά. Ο Φρίντριχ Μερτς, επιχειρώντας να διατηρήσει σε καλό επίπεδο τη σχέση Βερολίνου-Ουάσιγκτον, επέτρεπε στις ΗΠΑ να χρησιμοποιούν την αεροπορική βάση Ramstein. Προϊόντος του χρόνου, κι ενώ αυξανόταν η πίεση στο εσωτερικό της χώρας, ο καγκελάριος έγινε κριτικός.
Η κριτική του κ. Μερτς κορυφώθηκε όταν έκανε λόγο για «ταπείνωση» των ΗΠΑ από το Ιράν και εκτίμησε ότι η Ουάσιγκτον εισήλθε στον πόλεμο «χωρίς καμία απολύτως στρατηγική». Οι δηλώσεις αυτές προκάλεσαν την έντονη αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος, πέρα από την απειλή απόσυρσης αμερικανικών στρατευμάτων από τη Γερμανία, επιτέθηκε προσωπικά στον Γερμανό καγκελάριο. Του συνέστησε «να φτιάξει τη διαλυμένη χώρα του, ειδικά στο Μεταναστευτικό» και να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στον τερματισμό του ρωσοουκρανικού πολέμου, τον οποίο χαρακτήρισε «αναποτελεσματικό», αντί να επικρίνει «εκείνους που ξεφορτώνονται την πυρηνική απειλή του Ιράν».
Τελικά, την περασμένη Παρασκευή το Πεντάγωνο ανακοίνωσε ότι σε διάστημα 12 μηνών θα έχει αποσύρει περίπου 5.000 στρατιώτες από τη Γερμανία. Την επομένη, ο πρόεδρος Τραμπ ανέφερε ότι «πιθανόν» να αποσυρθούν ακόμα περισσότερα στρατεύματα, ενώ δήλωσε ότι εξετάζει το ίδιο σενάριο και για τις Ισπανία και Ιταλία.
Επιπλέον, ανακοίνωσε νέους δασμούς ύψους 25% σε εισαγόμενα αυτοκίνητα και φορτηγά από την Ευρώπη, ενέργεια που στρέφεται ευθέως εναντίον της Γερμανίας, η οποία είναι το κέντρο της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας και δη με τον μεγαλύτερο όγκο εξαγωγών οχημάτων προς τις ΗΠΑ.
Οι προεδρικές ανακοινώσεις ανησύχησαν ακόμα και τους Ρεπουμπλικανούς. Οι Ρότζερ Γουίκερ και Μάικ Ντ. Ρότζερς, πρόεδροι των επιτροπών Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων αντιστοίχως, αμφότεροι Ρεπουμπλικανοί, σημείωσαν ότι η πρόωρη μείωση της προκεχωρημένης αμερικανικής παρουσίας στην Ευρώπη «προτού υλοποιηθούν πλήρως οι στρατιωτικές δυνατότητες των συμμάχων του ΝΑΤΟ κινδυνεύει να υπονομεύσει την αποτροπή και να στείλει λάθος μήνυμα στον Βλαντιμίρ Πούτιν».
Από το Πεντάγωνο υποστήριξαν ότι η αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Γερμανία θα επαναφέρει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ευρώπη στο επίπεδο που βρισκόταν πριν από από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Περίπου το ήμισυ των Αμερικανών στρατιωτών που έχουν αναπτυχθεί στην Ευρώπη βρίσκεται στη Γερμανία (36.000), όπου φιλοξενούνται πέντε από τις εννέα φρουρές του αμερικανικού στρατού στην ήπειρο. Ακόμα, μια από τις πιο γνωστές και σημαντικές υπερπόντιες αμερικανικές βάσεις, η αεροπορική βάση Ramstein βρίσκεται σε γερμανικό έδαφος. Πρόκειται για μια ΝΑΤΟϊκή εγκατάσταση με δυνάμεις από Γερμανία, Βρετανία, Καναδά, Γαλλία και 21 άλλα μέλη της Συμμαχίας.
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Δυτική Γερμανία θεωρούνταν η πρώτη γραμμή άμυνας απέναντι στην τότε Σοβιετική Ένωση. Σήμερα, με τη Γερμανία πλέον ενιαία, η γεωγραφία της ευρωπαϊκής άμυνας έχει μετατοπιστεί ανατολικότερα, ιδίως μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η πρώτη γραμμή απέναντι στη Ρωσία είναι η Πολωνία και γενικότερα η ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Η διαφορά είναι ότι αυτήν τη φορά οι ΗΠΑ δείχνουν να απομακρύνονται από την εξίσωση.