Κάθε φορά που η πολιτική επικαιρότητα παρουσιάζει έστω και μια μικρή μεταβολή,η συζήτηση για πρόωρες εκλογές αναζωπυρώνεται.

Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα. Δημοσιεύματα και πολιτικές αναλύσεις επιχειρούν να ερμηνεύσουν τις κινήσεις του Μεγάρου Μαξίμου, με ορισμένους να φτάνουν στο σημείο να προσδιορίζουν ακόμη και ημερομηνίες, όπως η 27η Σεπτεμβρίου. Νομίζω ότι αυτή η συζήτηση είναι κουραστική, άνευ νοήματος και αδιέξοδη. Ακόμα και η έντονη κομματική και κυβερνητική δραστηριότητα του τελευταίου διαστήματος εκλαμβάνεται ως πιθανό σήμα πρόωρων εκλογών.

Τι δηλαδή πρέπει να κάνει μια κυβέρνηση, ένα κόμμα που χρειάζεται να ανεβάσει τη συσπείρωσή του και τις επιδόσεις του, ώστε να πετύχει την αυτοδυναμία; Να προχωράει χαλαρά; Να παρακολουθεί όλα τα άλλα κόμματα να κινούνται και να την καταγγέλλουν;

Θεσμικά συνεπής

Ωστόσο, δεν κατανοώ γιατί παραβλέπεται μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα: ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δηλώσει επανειλημμένως ότι οι εθνικές εκλογές θα πραγματοποιηθούν την άνοιξη του 2027, με την ολοκλήρωση της συνταγματικής θητείας της κυβέρνησης. Η δήλωση αυτή δεν έγινε περιστασιακά ούτε μπορεί να θεωρηθεί προϊόν της στιγμής.

Αντιθέτως, αποτελεί μια σταθερή πολιτική θέση, η οποία έχει επαναληφθεί σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και υπό διαφορετικές πολιτικές συνθήκες. Αυτό έχει τη δική του σημασία, καθώς η συνέπεια στον δημόσιο λόγο αποτελεί στοιχείο αξιοπιστίας για κάθε κυβέρνηση.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη παράμετρος, ίσως ακόμη σημαντικότερη: η θεσμικότητα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επιδιώξει από την αρχή της διακυβέρνησής του να αναδείξει τη σημασία της πολιτικής σταθερότητας και της θεσμικής συνέπειας. Η εξάντληση της τετραετίας δεν αποτελεί απλώς μια πολιτική επιλογή. Αποτελεί μήνυμα σεβασμού προς τους θεσμούς και τον προβλεπόμενο από το σύνταγμα εκλογικό κύκλο, σε μια χώρα που για δεκαετίες είχε συνηθίσει οι κυβερνήσεις να οδηγούνται σε πρόωρες κάλπες για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας.

Αλλωστε ο Κ. Μητσοτάκης έχει αποδείξει πως εννοεί ό,τι λέει. Το απέδειξε με τον χρόνο εκλογών το 2023, το απέδειξε με την τήρηση της δέσμευσής του να μην αλλάξει τον εκλογικό νόμο, ενώ θα μπορούσε.

Από την άλλη πλευρά, όσοι επιμένουν στο σενάριο των πρόωρων εκλογών επικαλούνται τη δημοσκοπική εικόνα της κυβέρνησης και την πιθανότητα να επιδιωχθεί μια νέα λαϊκή εντολή πριν εμφανιστούν δυσκολίες στην οικονομία ή στο διεθνές περιβάλλον.

Πρόκειται για μια λογική που έχει εφαρμοστεί πολλές φορές στο παρελθόν από διαφορετικές κυβερνήσεις. Το ερώτημα, όμως, παραμένει εύλογο: τι πραγματικά θα κέρδιζε σήμερα η κυβέρνηση από μια πρόωρη προσφυγή στις κάλπες; Διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, δεν αντιμετωπίζει θεσμικό αδιέξοδο και δεν υφίσταται καμία συνταγματική ή πολιτική αναγκαιότητα που να επιβάλλει επίσπευση των εξελίξεων.

Παράλληλα, δεν φαίνεται από τις δημοσκοπήσεις να πιέζεται συγκλονιστικά από κάποιον, έχει έργα να εγκαινιάσει, οικονομικές δυνατότητες για να ικανοποιήσει ευαίσθητα κοινωνικά ακροατήρια. Αρα, χρειάζεται χρόνο να ολοκληρώσει τον σχεδιασμό της.

Αντίθετα, μια απόφαση που θα αναιρούσε τη δημόσια δέσμευση για εξάντληση της τετραετίας θα έδινε αφορμή στην αντιπολίτευση να μιλήσει για πολιτική ανακολουθία και προεκλογικό τακτικισμό. Αναφερόμαστε στην ίδια αντιπολίτευση που κατά τα άλλα ζητάει εκλογές, αλλά γνωρίζει ότι έχει όρια η προσπάθειά της για πολιτική αλλαγή και ελπίζει σε «βοήθειες» μήπως και γίνει κάποιο ανακάτεμα.

Η αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού βασικά στον χώρο της αντιπολίτευσης ουσιαστικά δυσκολεύει θετικά γι’ αυτή σενάρια. Γι’ αυτό παρατηρείται ένα περίεργο φαινόμενο: Δυνάμεις και από τα δεξιά και από τα αριστερά να κοιτάνε πια προς τον Α. Σαμαρά για το τι ζημιά θα κάνει στη ΝΔ. Τόση είναι η αυτοπεποίθηση που έχουν. Ωστόσο, ούτε κάποια ιδιαίτερη δυναμική έχει το υπό ίδρυση κόμμα Σαμαρά, αλλά επιπλέον θα την πληρώσουν και κάποιοι ελπίζοντες. Αυτό δείχνουν τα δημοσκοπικά στοιχεία.

Σταθερά πρώτος

Υπάρχει ένας παράγοντας που ξεχνούν ή θέλουν να κάνουν ότι ξεχνούν: Η ΝΔ μπαίνοντας στον όγδοο χρόνο θητείας της βρίσκεται στο 30%, με διαφορά 11%-14% από τον δεύτερο και ο Κ. Μητσοτάκης εμφανίζεται μακράν πρώτος στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός. Πρόκειται για πρωτόγνωρη κατάσταση μεταπολιτευτικά που συμπληρώνεται και από το απλό γεγονός ότι μια κυβέρνηση υπερτερεί στη δυνατότητα κινήσεων, μέτρων, πόρων, επικοινωνιακής ισχύος, συσπείρωσης.

Αρα, ποιοι θα μπορούσαν να είναι οι λόγοι να πάει ο Κ. Μητσοτάκης σε πρόωρες; Μάλλον και θεσμικά και πολιτικά τον «βολεύει» μια στάση σταθερότητας, συνέπειας, αλλά και «λαχανιάσματος» των πολιτικών αντιπάλων. Ήδη βλέπουμε κόμματα να ωθούνται προς την εξαΰλωση (Νίκη, Σπαρτιάτες, Νέα Αριστερά, ΣΥΡΙΖΑ) ή και να πιέζονται πολύ δημιουργώντας ερωτήματα για το αν πιάσουν τελικά το 3% της εισόδου στην Βουλή (ΜέΡΑ 25, Φωνή Λογικής, ακόμα και η Πλεύση Ελευθερίας). Τι σημαίνει αυτό; Οτι μπορεί να δούμε μεγάλο άθροισμα ποσοστών των κομμάτων που θα μείνουν εκτός Βουλής, άρα και σημαντική μείωση του πήχη αυτοδυναμίας.

Αρα, γιατί να θέλει πρόωρες εκλογές ο πρωθυπουργός; Με τα σημερινά δεδομένα, το επικρατέστερο σενάριο εξακολουθεί να είναι εκείνο που έχει περιγράψει ο ίδιος ο πρωθυπουργός: εκλογές κοντά στη λήξη της κυβερνητικής θητείας, την άνοιξη του 2027.