Να που μπήκαμε στην εβδομάδα της Διεθνούς Έκθεσης.

Επειδή πολύ συζήτηση γίνεται, ας πούμε μια αλήθεια που έχει προκύψει διαχρονικά: Οι εξαγγελίες της ΔΕΘ σπάνια ανατρέπουν ένα ήδη διαμορφωμένο πολιτικό σκηνικό, ένα κοινωνικό ρεύμα που έχει διαμορφωθεί στην κοινωνία. Ασφαλώς και έχουν σε κάθε περίπτωση μεγάλη σημασία. Μετά το Καλοκαίρι οι πολίτες «επανασυνδέονται» με την πολιτική. Η ΔΕΘ είναι η πρώτη μεγάλη στιγμή μετά από μία περίοδο σχετικής αποφόρτισης. Έτσι διαμορφώνει τις προσδοκίες, το πλαίσιο συζήτησης, την οικονομική αισιοδοξία ή απαισιοδοξία.

Για περίπου δύο εβδομάδες κυριαρχεί σχεδόν αποκλειστικά στην πολιτική επικαιρότητα. Οι εξαγγελίες αποκτούν τεράστια προβολή, διαμορφώνουν την πολιτική ατζέντα. Αν είναι πειστικές αυξάνουν την αξιοπιστία. Αν θεωρηθούν ανεφάρμοστες, πλήττουν την αξιοπιστία κυβέρνησης ή αντιπολίτευσης. Κακά δε τα ψέματα, τα φώτα πέφτουν βασικά στον πρωθυπουργό, γιατί από αυτόν περιμένουν να δουν μέτρα που θα εφαρμοστούν άμεσα και μπορεί να βελτιώσουν την ζωή τους. Θα τους ακούσουν όλους, θα αξιολογήσουν μια σειρά κόμματα και βασικά αυτά που θεωρούν ότι μπορεί να διαδραματίσουν ρόλο στην διακυβέρνηση, αλλά θα κοιτάξουν περισσότερο προς τον Κ. Μητσοτάκη. Αν μη τι άλλο παρά τις φθορές της κυβέρνησης, η ΝΔ βρίσκεται στο 30% στην εκτίμηση ψήφου, ενώ έχει εισέλθει στον όγδοο χρόνο της θητείας της, ο Κ. Μητσοτάκης προηγείται μακράν στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός, θα κυβερνήσει έτσι κι αλλιώς για άλλους επτά, οκτώ μήνες, ενώ στην παράσταση νίκης προηγείται με επίδοση πάνω από το 50%.

Είναι ιδιόμορφο αυτήν τη φορά το πολιτικό σκηνικό. Δεν έχουμε μια κυβέρνηση που οδεύει στην ήττα και άρα προσπαθεί να περιορίσει απώλειες, να αλλάξει την ατζέντα, να επανασυσπειρώσει κάποιους. Για παράδειγμα, το 2004 ο Κ. Σημίτης προσερχόταν σε μια ΔΕΘ ενόψει εκλογών που «μύριζε» ότι θα τις χάσει το ΠΑΣΟΚ. Ότι και να έδινε, «δεν το έσωζε». Το ίδιο και ο Κ. Καραμανλής το 2009. Έχουμε μια κυβέρνηση που προηγείται μακράν στις δημοσκοπήσεις, αλλά παρουσιάζει σημαντικές φθορές της τάξης του 10% σε σχέση με τις εκλογές του 2023 και είναι ακόμα μακράν αυτή την στιγμή από την αυτοδυναμία. Έχει επομένως ανάγκη να κινηθεί η βελόνα προς το 32% σε πρώτη φάση, να επαναποκτήσει την εμπιστοσύνη πολιτών που είχαν δώσει λευκή επιταγή πριν τρία χρόνια, να διατυπώσει ένα πειστικό όραμα που να συνδυάζει ρεαλισμό, πίστη για βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, να πείσει ότι είναι η μόνη δύναμη που διασφαλίζει σταθερότητα, συνέχεια, εγγυήσεις για ανοδική πορεία και γενναίες μεταρρυθμίσεις.

Η πολιτική συνθήκη είναι βέβαια δύσκολη. Έχουμε μια κοινωνία που δεν ζει μέσα στον ενθουσιασμό και την αισιοδοξία, που είναι πιο δύσπιστη και κριτική, «δεν ψωνίζει εύκολα». Αυτές οι διαπιστώσεις αφορούν σε όλα τα κόμματα. Υπάρχει δε ρευστότητα και έντονη κινητικότητα. Έτσι, η κυβέρνηση πρέπει να δείξει ότι αφουγκράζεται πριν απ' όλα την αγωνία των πολιτών και ιδιαίτερα της μεσαίας τάξης, των αγροτών, των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα και βέβαια των συνταξιούχων. Αυτό δεν μπορεί να γίνει μόνο με μια λίστα δεσμεύσεων. Απαιτεί επαναθεμελίωση σχέσης με κοινωνικές ομάδες και δυνάμεις του Κέντρου. Προϋποθέτει ότι θα κάνει ζωντανές δυνάμεις να αισθανθούν ότι η κοινωνική, οικονομική, πολιτική πορεία είναι και δικό τους θέμα, ότι είναι συμμέτοχοι και όχι «εκτός παιγνίου». Η ΕΛΑΣ ως νεοϊδρυμένο κόμμα οφείλει να κάνει κάτι που δεν έχει πάει καλά μέχρι στιγμής. Να μιλήσει συνολικά για την οικονομική αντίληψη και πολιτική της.

Το φάντασμα του «Προγράμματος Θεσσαλονίκης» ακολουθεί τον Α. Τσίπρα και θα θέλει να δείξει ότι έχει ξεφύγει από αυτόν τον κύκλο. Το ΠΑΣΟΚ ισχυρίζεται ότι το δυνατό του χαρτί είναι το Πρόγραμμά του και αυτό θα προσπαθήσει να αξιοποιήσει, ελπίζοντας να φτάσει πιο κοντά στην 2η θέση. Βέβαια, μέχρι στιγμής αυτός ο άσος δεν έχει φέρει οφέλη και αυτό μπορεί να έχει δύο εξηγήσεις: Ή ότι δεν είναι και τόσο δυνατό χαρτί τελικά και δεν πείθει ή ότι ενώ έχει προτάσεις οι πολιτικές του επιλογές στρέφουν τα φώτα της δημοσιότητας σ' αυτές και αυτές του δημιουργούν προβλήματα και το έχουν φτάσει στο 11%.

Μαζί δε με τα οικονομικά προγράμματα, τα κόμματα –όλα τα κόμματα– θα θέσουν και τα πολιτικά διακυβεύματά τους. Τον λογαριασμό θα τον δούμε στις μετρήσεις μετά την ολοκλήρωση των παρεμβάσεων όλων των πολιτικών κομμάτων και των πολιτικών αρχηγών και θα είναι μια πρώτη εικόνα των συσχετισμών, χωρίς να αναμένουμε κοσμογονικές ανατροπές σε σχέση με ότι έχουμε δε. Από εκεί και πέρα θα αρχίσει η μάχη που θα είναι μακρόχρονη, κοπιαστική, σκληρή δοκιμασία.

Έτσι απαιτείται αντοχή, στρατηγική, ετοιμότητα αντιμετώπισης απρόοπτων, αποφυγή μεγάλων τουλάχιστον σφαλμάτων. Είναι μια πορεία στην οποία θα κρίνονται τα μέτρα της κυβέρνησης, αφού οι πολίτες θα περιμένουν τα μέτρα να κριθούν στο αποτέλεσμα, στην τσέπη και αυτό δεν γίνεται αυτόματα. Είναι ένας αγώνας για μαραθωνοδρόμους, όπου κανένας δεν μπορεί να τον βγάλει με επικοινωνιακά τρικάκια. Τα πολιτικά κενά θα φανούν. Τα νέα αυτή την στιγμή κόμματα θα είναι πια «παλιά και αυτά» όταν θα φτάνουμε στην κάλπη και μέσα συμπεριλαμβάνεται και το κόμμα Σαμαρά, αφού μπορεί να μην έχει εμφανιστεί, αλλά όλοι το θεωρούν δεδομένο, ενώ είναι γνωστές οι αντιλήψεις του.

Μπήκαμε στην εβδομάδα της Δ.Ε.Θ. Το πρώτο δυνατό πολιτικό τεστ ξεκινά για όλους.

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Liberal.gr