«Πού είναι, βρε παιδιά, το ΠΑΣΟΚ;».
Όχι, δεν είναι ρητορική ερώτηση, ούτε και επί της ουσίας είναι κραυγή αγωνίας, αλλά μια εύλογη ερώτηση για ένα κόμμα που δηλώνει μέσω στελεχών του ότι έχει πιθανότητες να είναι η επόμενη κυβέρνηση, αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να συντηρεί τον αλγόριθμο της δημοσκοπικής του πτώσης.
Γιατί αυτήν τη στιγμή έχουμε ίσως την πιο άοσμη και άχρωμη αξιωματική αντιπολίτευση όλων των εποχών. Ένα κόμμα που, επί της ουσίας, δεν λέει τίποτα, δεν προτείνει τίποτα, δεν αρθρώνει ουσιαστικό αντίλογο για το κυβερνητικό έργο, πολιτικές ή εναλλακτικές λύσεις που να μην κάνουν και το παρδαλό κατσίκι να γελάει.
Σε επίπεδο αντιπολίτευσης, δεν ασκεί ουσιαστική κριτική στην κυβέρνηση. Σε επίπεδο προτάσεων διακυβέρνησης, δεν τολμά καν να φανταστεί προτάσεις. Το μόνο που ακούμε, κάθε φορά που βγαίνουν στελέχη του, με ελάχιστες εξαιρέσεις μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, είναι φράσεις που δημιουργούν θόρυβο, σύγχυση και λανθασμένες εντυπώσεις. Και κάπως έτσι, από την αφάνεια περνούν στην αμηχανία.
Το αποτέλεσμα; Από τη μία δεν υπάρχουν. Από την άλλη, όταν ανοίγουν το στόμα τους, πέφτουν τα ποσοστά τους. Ίσως γι’ αυτό επέλεξαν την αχρωμία και την αοσμία ως στρατηγική: καλύτερα σιωπή παρά μονοψήφια. Το ερώτημα όμως μένει: πού είναι λοιπόν το ΠΑΣΟΚ – όχι για να τους βρούμε, αλλά για να θυμηθούν γιατί υπάρχουν.


