Το τέλος των γυναικοκτονιών θα έρθει όταν σταματήσουμε να μεγαλώνουμε κορίτσια να φοβούνται και αρχίσουμε να μεγαλώνουμε αγόρια που σέβονται.
Αγόρια που θα μάθουν ότι η αγάπη δεν είναι ιδιοκτησία, ότι η απόρριψη δεν είναι προσβολή και ότι καμία γυναίκα δεν τους ανήκει.
Μέσα σε λίγες μόλις ημέρες, δύο ακόμη γυναίκες δολοφονήθηκαν από τα χέρια των συζύγων τους. Δύο γυναίκες νεκρές. Τέσσερα παιδιά ορφανά. Τέσσερις ζωές που θα μεγαλώσουν με ένα κενό που δεν μπορεί ποτέ να καλυφθεί.
Δεν έχει σημασία η πόλη. Δεν έχει σημασία η ηλικία. Δεν έχει σημασία το επάγγελμα, η κοινωνική τάξη ή οι συνθήκες. Κάθε φορά αλλάζουν τα ονόματα, οι τόποι και οι λεπτομέρειες. Ο κοινός παρονομαστής, όμως, παραμένει ο ίδιος: η πεποίθηση ότι μια γυναίκα είναι κτήμα κάποιου άλλου. Ότι ένας άνδρας έχει δικαίωμα να αποφασίζει για τη ζωή της, ακόμη και να της την αφαιρεί όταν εκείνη επιλέξει να φύγει, να αντισταθεί ή απλώς να ζήσει όπως θέλει.
Τα έχω γράψει ξανά. Και ξανά. Και ξανά. Κάθε φορά με την ελπίδα ότι δεν θα χρειαστεί να τα ξαναγράψω. Κι όμως, επιστρέφουμε στις ίδιες λέξεις, στον ίδιο πόνο, στην ίδια οργή.
Γιατί το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο τι φορούσε μια γυναίκα, πώς μιλούσε, πού βρισκόταν ή τι επιλογές έκανε. Όλες αυτές οι συζητήσεις δεν είναι παρά ένας τρόπος να μεταφέρεται η ευθύνη από τον θύτη στο θύμα, και να ξεπλένουν κάποιοι το αίμα από τα χέρια του πατριαρχικού φονιά.
Μακάρι αυτή να είναι η τελευταία φορά που γράφω ένα τέτοιο κείμενο. Μακάρι. Αλλά όσο γυναίκες κατασφάζονται από νταήδες, δεν έχουμε δικαίωμα να σωπαίνουμε.