Ο θάνατος της καθηγήτριας Αγγλικών Σοφίας Χρηστίδου άνοιξε μια συζήτηση που συνήθως αποφεύγεται.

Πίσω από την απώλεια μιας εκπαιδευτικού με σημαντική ακαδημαϊκή πορεία –μεταπτυχιακά, διδακτορικό, πολλές γλώσσες, μεταφράσεις και βιβλία– άρχισαν να εμφανίζονται μαρτυρίες για την καθημερινότητα που αντιμετώπιζε στο σχολείο. Αναφορές για έντονη πίεση μέσα στην τάξη, για περιστατικά bullying από μαθητές, ακόμη και για μια διοίκηση που φέρεται να αντιμετώπισε το πρόβλημα μετατρέποντας την ίδια από θύμα σε υπόλογη.

Κανείς δεν μπορεί να πει με ιατρική βεβαιότητα τι οδήγησε στο αιμορραγικό εγκεφαλικό που της στοίχισε τη ζωή. Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα είναι ότι το σχολικό περιβάλλον σε αρκετές περιπτώσεις έχει πάψει να θυμίζει χώρο εκπαίδευσης. Σε πολλές τάξεις η σχέση μαθητή και καθηγητή μοιάζει περισσότερο με διαρκή σύγκρουση, όπου ο ένας δοκιμάζει τα όρια του άλλου μέχρι να σπάσουν.

Η δημόσια συζήτηση για το bullying συνήθως περιορίζεται στις συγκρούσεις μεταξύ μαθητών. Σπανιότερα αναφέρεται η πίεση που μπορεί να ασκηθεί προς έναν εκπαιδευτικό από μια ολόκληρη τάξη. Όταν αυτό συμβαίνει καθημερινά, δεν πρόκειται για «δύσκολα παιδιά». Πρόκειται για μια συλλογική δυναμική που μετατρέπει τον δάσκαλο σε στόχο.

Και τότε εμφανίζεται το γνωστό μοτίβο της δικαιολογίας. Κάποιος θα πει ότι ο καθηγητής ήταν αυστηρός. Κάποιος άλλος ότι δεν επικοινωνούσε καλά με τους μαθητές. Κάπως έτσι η ευθύνη μετακινείται αθόρυβα. Αντί να συζητείται η συμπεριφορά των παιδιών, αρχίζει να εξετάζεται ο χαρακτήρας του εκπαιδευτικού.

Και τότε είναι που η βία βαφτίζεται «αντίδραση» και η πίεση παρουσιάζεται ως συνέπεια ενός κακού χειρισμού, αποκαλυπτωντας το πόσο εύθραυστη έχει γίνει η ισορροπία μέσα σε ορισμένα σχολεία.

Ο καθηγητής καλείται να διαχειριστεί τα πάντα, από τα παιδαγωγικά προβλήματα, τις κοινωνικές εντάσεις, τις οικογενειακές δυσκολίες των μαθητών, ακόμη και την επιθετικότητα.
Αν η κατάσταση ξεφύγει, η ευθύνη επιστρέφει συνήθως στον ίδιο.

Όσοι δεν έχουν σταθεί μπροστά σε μια πραγματικά δύσκολη τάξη δύσκολα αντιλαμβάνονται τι σημαίνει αυτό. Δεν πρόκειται για μερικές άτακτες φωνές ή λίγη φασαρία. Πρόκειται για μια καθημερινή δοκιμασία αντοχής. Φωνές, ειρωνεία, υπονόμευση του μαθήματος, μια συνεχής προσπάθεια να καταρρεύσει η διαδικασία μπροστά σε όλους.

Και όσο αυτή η πραγματικότητα αντιμετωπίζεται σαν υπερβολή ή σαν προσωπικό πρόβλημα του κάθε καθηγητή, τίποτα δεν αλλάζει πραγματικά. Οι ιστορίες απλώς θα επαναλαμβάνονται και οι συζητήσεις θα ξεκινούν πάντα με τον ίδιο τρόπο: όταν θα είναι ήδη αργά.