Πώς η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος κατάφερε να εξαρθρώσει το δίκτυο με τα 36 «καζίνο».
Τζίρο που έφτανε ακόμη και τα 60 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο έκανε η σπείρα των παράνομων καζίνο που εξαρθρώθηκε από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, γνωστή και ως ελληνικό FBI.
Με παραπλανητικά μπόνους, ψεύτικα τζάκποτ και επιστροφή κερδών μόλις στο 7%, αντί του 80% που αποδίδεται νομίμως τους παίχτες, το κύκλωμα κατάφερνε να αποσπά τεράστια χρηματικά ποσά από τους πελάτες των «καταστημάτων» του.
Η δράση της σπείρας είχε ξεκινήσει το 2018 και μέχρι τη σύλληψη των 36 μελών της, είχε καταφέρει να συγκεντρώσει κέρδη ύψους 16 εκατ. ευρώ από την παράνομη δραστηριότητά της.
Τα χρήματα «ξεπλένονταν» μέσω επενδύσεων στο real estate, με συμμετοχή σε νόμιμες εταιρείες, αγορά κρυπτονομισμάτων αλλά και κερδισμένων δελτίων τυχερών παιχνιδιών.
Οι «μπροστινοί»
Τα 12 αρχηγικά μέλη της σπείρας είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν δίκτυο με 36 παράνομα καζίνο, εγκαθιστώντας στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές μη αδειοδοτημένο λογισμικό που προμηθεύονταν από το εξωτερικό, σε επιχειρήσεις που εμφανίζονταν να λειτουργούν ως internet café.
Φρόντιζαν να τοποθετούν ως «μπροστινούς» ή «αυτοφωράκηδες» τους υπεύθυνους ασφαλείας των παράνομων χώρων, προκειμένου να είναι εκείνοι που θα υποστούν τις νομικές συνέπειες σε περίπτωση εντοπισμού τους από την Αστυνομία.
Τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης παρείχαν σε παίκτες που έκαναν μεγάλους τζίρους μπόνους με δωρεάν γύρους ή αυξημένες αποδόσεις, δημιουργώντας τους την ψευδαίσθηση ότι ήταν η… τυχερή τους μέρα. Στην πραγματικότητα όμως, το κύκλωμα προκαλούσε ένα συνεχές ποντάρισμα που οδηγούσε σε μόνιμη χασούρα.
Παίχτρια που επισκεπτόταν συχνά καφενείο με παράνομα μηχανήματα, καταγράφηκε πως κάθε εβδομάδα πόνταρε το ποσό των 3.000 ευρώ, ενώ διαπιστώθηκε πως κέρδιζε μόλις 900 ευρώ.
Οι απατεώνες έλεγχαν εξ αποστάσεως το αποτέλεσμα της οθόνης που έβλεπε ο παίχτης στα «φρουτάκια». Για να διατηρούν όμως αμείωτο το ενδιαφέρον τους, φρόντιζαν να τους δελεάζουν με ψεύτικα τζάκποτ με μεγάλο χρηματικό ποσό, ενώ στην πραγματικότητα το κέρδος δινόταν σποραδικά και ελεγχόμενα σε συγκεκριμένο «παίκτη» που ήταν μέλος της εγκληματικής οργάνωσης, κατόπιν συνεννόησης με τον διαχειριστή του λογισμικού προγράμματος.
Στόχος της σπείρας ήταν μέσω των υποτιθέμενων μεγάλων τζάκποτ, να προσελκύουν νέους παίχτες και να διατηρούν την ψευδαίσθηση της δίκαιης λειτουργίας, ενώ στην πραγματικότητα τα κέρδη, σε ποσοστό 93% επί του τζίρου, παρέμεναν στα μέλη της εγκληματικής ομάδας.
Τέλος, όλοι οι χώροι που είχαν μετατραπεί σε παράνομα καζίνο ήταν «παγιδευμένοι» με κάμερες επιτήρησης για να έχουν πλήρη εικόνα των ατόμων που εισέρχονταν σε αυτά.
«Δεν είμαστε μ…ες»
Η εξ αποστάσεως παρέμβαση στα μηχανήματα του τζόγου είχε γίνει αντιληπτή από κάποιους πελάτες, όπως προκύπτει από την άρση απορρήτου των επικοινωνιών των μελών της σπείρας.
Πελάτης φέρεται να λέει σε έναν από τους αρχηγούς, « μ…ες δεν είμαστε, άρρωστοι είμαστε», ενώ του επεσήμανε πως «οι υπάλληλοί σου ψειρίζουν τα μηχανήματα», εννοώντας πως γνωρίζουν πότε θα έχει τζάκποτ και φροντίζουν τα χρήματα να πηγαίνουν στην τσέπη τους.
Άλλος πελάτης έχασε σε διάστημα ενάμιση μήνα το ποσό των 13.000 ευρώ και για να μην τον χάσει το κύκλωμα, φρόντισε να του δώσει ως… μπόνους το ποσό των 50 ευρώ.
Το κύκλωμα είχε φροντίσει να στρατολογήσει και κάποιους «κράχτες», που προσέλκυαν πελάτες στα παράνομα καζίνο και τους εξασφάλιζαν από 10.000 έως 30.000 ευρώ τον μήνα. Τα μέλη της σπείρας γνώριζαν εκ των προτέρων πότε θα δοθεί μεγάλο ποσό μέσω τζάκποτ.
Μάλιστα, δύο μέλη του κυκλώματος έχουν καταγραφεί να συνομιλούν προκειμένου να κανονίσουν τον χρόνο, αλλά και τον αριθμό του μηχανήματος.
Όπως διαπιστώθηκε από τα στελέχη του ελληνικού FBI, τα μέλη της σπείρας επικοινωνούσαν μέσω ηλεκτρονικών εφαρμογών για να δυσχεραίνεται ο εντοπισμός τους από τις αρχές.
Παράλληλα, χρησιμοποιούσαν κωδικοποιημένες φράσεις όπως «έχει κάτι στο γραμματοκιβώτιο» ή «στο παράθυρο τι έχει», εννοώντας αν υπήρχαν κέρδη σε κάποιο από τα καταστήματα που έλεγχαν. Όταν έλεγαν τη λέξη «κάρτα» εννοούσαν τους πόντους.
Η έρευνα της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος επικεντρώθηκε σε 31 κατοικίες, 13 παράνομα καζίνο, δύο αποθήκες, τρία πρακτορεία τυχερών παιγνίων, δύο τραπεζικές θυρίδες και 22 οχήματα.
Συνελήφθησαν 36 άτομα, ενώ στη δικογραφία της υπόθεσης περιλαμβάνονται ακόμη 100, και κατασχέθηκαν 270.000 ευρώ σε μετρητά και 250 σκληροί δίσκοι.
