Το πολιτικό σκηνικό των τελευταίων εβδομάδων δεν αφήνει περιθώρια αυταπατών: Η δημόσια αντιπαράθεση διολισθαίνει σταθερά σε ένα τοξικό μοντέλο που υπονομεύει την ουσία της πολιτικής.

Ιδιαίτερα μετά τις νέες δικογραφίες, οι οποίες προαναγγέλλονταν επί μήνες, ξαναεπανήλθαμε στα ίδια σενάρια που διαβάζαμε μονότονα όλο το 2025 με αφορμή τα συλλαλητήρια για την επέτειο για τα Τέμπη, τον ΟΠΕΚΕΠΕ 1, αλλά και τις αγροτικές κινητοποιήσεις.

Άντε πάλι από την αρχή: Η κυβέρνηση καταρρέει, ο Κ. Μητσοτάκης μπορεί να αλλάξει και εν κινήσει, η κυβέρνηση θα εξαναγκαστεί σε πρόωρες εκλογές στις οποίες θα οδηγηθεί με τις πλάτες στον τοίχο, η ΝΔ κινδυνεύει να πάρει κάτω από 25% και να μην πάρει καν το αρχικό bonus. Σίγουρα η κυβέρνηση δεν βρίσκεται σε άνετη θέση, ωστόσο αναρωτιέται κανείς αν τα πολιτικά και όχι μόνο κέντρα που παλεύουν φιλότιμα, ακούραστα και με κάθε τρόπο για να ρίξουν την κυβέρνηση ή για ρίξουν τα ποσοστά της ΝΔ, εξάγουν συμπεράσματα από την πραγματικότητα ή επηρεάζονται από φαντασιώσεις ή ευσεβείς πόθους.

Πάντως μέχρι στιγμής δεν επαληθεύονται. Δύο δημοσκοπήσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας εν μέσω των εξελίξεων και πριν το Πάσχα έδειχναν, σε μια δύσκολη στιγμή για την κυβέρνηση, ότι μέσα σε όλο αυτό το κλίμα η κυβέρνηση είχε απώλειες της τάξης του 1,4%. Δεν την λες και συγκλονιστική, αν και βέβαια καμία απώλεια από εδώ και πέρα δεν πρέπει να προσπερνιέται με ευκολία. Αντικειμενικά οδεύουμε σε εκλογές. Κανείς δεν ξέρει τι θα συμβεί.

Μπορεί να χάσει κι άλλες δυνάμεις η ΝΔ, μπορεί όμως και να μηδενίσει τις φθορές ή και να ανέβει. Επομένως ας μην βιάζεται κανένας. Θα μετρήσουμε και θα δούμε. Θα δούμε και τα γεγονότα και πώς θα επηρεάσουν όλα τα κόμματα. Πάντως απ' ότι έχουμε δει μέχρι τώρα, η ΝΔ εμφανιζόταν με αυτού του μεγέθους την πτώση, το ΠΑΣΟΚ ανέβαινε κατά 1% και αυτό δεν οφειλόταν στην αντιπολιτευτική τακτική του αλλά στο κλίμα μετά από ένα Συνέδριο που τουλάχιστον φάνηκε ενωτικό, ενώ η Πλεύση Ελευθερίας έπεφτε διακριτά αφού κάπου οι παρεμβάσεις της Ζ. Κωνσταντοπούλου ξεπέρασαν κάθε όριο και μάλλον άρχισαν να εκνευρίζουν. Αυτά ήταν τα τρία βασικά ευρήματα λοιπόν.

Αυτό που εντυπωσιάζει σε κάθε περίπτωση είναι το άγχος σύσσωμης της αντιπολίτευσης που την οδηγεί σε λάθη, με πρώτο την επιλογή μίας σχεδόν μόνιμης στρατηγικής έντασης. Ενώ ο σκοπός είναι να «στριμώξουν» τον Κ. Μητσοτάκη, του προσφέρουν ανάσα. Για παράδειγμα ήταν εντυπωσιακό, πως μόλις ακούστηκε ότι οι περιβόητες δικογραφίες θα έφταναν επιτέλους στη Βουλή, οι αρχηγοί των κομμάτων της αντιπολίτευσης έτρεξαν εσπευσμένως στη Βουλή χωρίς καν να έχουν ενημερωθεί για αυτές και ενώ συζητιόταν το νομοσχέδιο του Κ. Χατζηδάκη και προχώρησαν σε επίθεση με χαρακτηρισμούς για γαλάζιες ακρίδες, παρακράτος, διαφθορά, εγκληματικές συμμορίες, δεδηλωμένη που στηρίζεται σε υπόδικους, σκοτάδι διαφθοράς και όλα αυτά τα γνωστά.

Το άγχος τούς οδηγεί σε άγνοια κινδύνου. Αυτή η αντίδραση ήταν λάθος όλων και πριν απ΄ όλα του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μα όλα αυτά, πριν καν πάρουν στα χέρια τους την ή τις δικογραφίες; Απίστευτο, ακατανόητο από άποψη σοβαρής αντιπολίτευσης, που υποτίθεται ότι εκφράζει μια διαφορετική πορεία της χώρας. Δυστυχώς, είναι ορατή η απουσία εναλλακτικής και επομένως η μονότονη προσπάθεια να χτυπήσουν τον Κ. Μητσοτάκη με σκανδαλολογία, χαρακτηρισμούς, ατάκες δεν έχει τα αποτελέσματα που θα ήθελαν. Ακόμα και η πρόταση για πρόωρες εκλογές που κατάθεσε το ΠΑΣΟΚ που αποτελεί όπλο μίας αξιωματικής αντιπολίτευσης χάνει το νόημά της, όταν η διαφορά ΝΔ-ΠΑΣΟΚ κινείται στην εκτίμηση ψήφου από 13%-17%. Σε τέτοιες συνθήκες συσχετισμών μια τέτοια πρόταση πολιτικά αυτοακυρώνεται.

Μαζί όμως μ΄ αυτή την ακατανόητη βιασύνη ανακύπτουν προβλήματα που φαίνεται γιατί κανένα κόμμα δεν δείχνει να πείθει ότι μπορεί να αποτελέσει πειστική, εναλλακτική πρόταση:

Πρώτο, η προσπάθεια να φανούν ότι είναι οι μόνοι που διαθέτουν «καθαρά χέρια» απέναντι στους «παρακρατικούς» και τους «διεφθαρμένους». Πρόκειται για δημοκρατικό και θεσμικό ατόπημα, για άνευ πολιτικού περιεχομένου διαχωρισμό. Πρόκειται όμως ταυτόχρονα για συνήθη δήλωση δυνάμεων που εκφράζουν τον λαϊκισμό, αλλά και όσων θεωρούν ότι αν μπουν σ΄ αυτόν τον διαγκωνισμό, δήθεν θα κουνήσουν βελόνες. Το έχουμε ξαναδεί και σε άλλες χώρες, αλλά κατ΄ επανάληψη στην Ελλάδα. Το τραγικό είναι όταν αυτή την τακτική ακολουθούν δυνάμεις που έχουν κυβερνήσει και έχουν δείξει στην πράξη ότι δεν μπορούν να επικαλούνται καμία «πολιτική παρθενία» σε κανένα επίπεδο. Ειδικά όσοι είναι 50 plus, και αυτοί αποτελούν περίπου το μισό εκλογικό σώμα, γνωρίζουν, θυμούνται, έχουν απορρίψει πρακτικές και νοοτροπίες.

Δεύτερο, ξεχνούν κάτι βασικό. Οι ηγεσίες οφείλουν να πολιτικοποιούν ακόμα και κάθε υπόνοια διαφθοράς χωρίς να καταφεύγουν σε μία εύκολη, ανέξοδη αλλά ελάχιστα πιστευτή ηθικοποίηση. Τα κόμματα έχουν χρέος και τα σκάνδαλα - πραγματικά ή φανταστικά- να αποκαλύπτουν με στοιχεία και όχι εικασίες, αλλά και τη συνέχεια του κράτους να εγγυούνται. Έχουν καθήκον να πορεύονται με ολοκληρωμένες προτάσεις, με πρόγραμμα και σαφείς απαντήσεις για τη θεσμική θωράκιση και την κυβερνησιμότητα της χώρας και όχι κάνοντας σημαία την ακυβερνησία με όσα αποφασίζουν και προβάλουν. Διαφορετικά φαίνεται να κάνουν απλό θόρυβο με στόχο την αποσταθεροποίηση και μόνη ελπίδα να ρίξουν τον Μητσοτάκη. Μάλιστα… Και μετά;

Ταυτόχρονα, κάθε καθυστέρηση ή αμφισημία της κυβέρνησης σε ζητήματα διαφάνειας ενέχει τον κίνδυνο ακύρωσης του όποιου συγκριτικού πλεονεκτήματος. Οι πολίτες θέλουν σταθερότητα και ασφάλεια, φοβούνται τις γεωστρατηγικές αναταράξεις και ιδιαίτερα την επίδρασή τους στην ακρίβεια, αναζητούν καθαρές κουβέντες, σαφέστερες εξηγήσεις, καλύτερες μέρες. Φαίνεται δε αυτό να το απαιτούν περισσότερο από την κυβέρνηση και τον Κ. Μητσοτάκη που τους έδωσαν ισχυρή εντολή το 2023 «να τα αλλάξουν όλα».

Δυστυχώς δεν φαίνεται όλα αυτά να απασχολούν ιδιαίτερα την αντιπολίτευση. Ποιες προτάσεις έχει καταθέσει για τα θέματα που συζητούνται; Καταψήφισαν τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων του αμαρτωλού ΟΠΕΚΕΠΕ στην Α.Α.Δ.Ε. Γιατί άραγε; Όποιος έχει καταλάβει την επιχειρηματολογία καταψήφισης, ας σηκώσει το χέρι ψηλά. Τώρα ο πρωθυπουργός κατάθεσε μια ενδιαφέρουσα και συζητήσιμη πρόταση για καθιέρωση ασυμβίβαστου υπουργού-βουλευτή και υπονόησε ότι θα προβεί σε προτάσεις αλλαγής των όρων λειτουργίας πολιτικού συστήματος.

Άλλοι την κατήγγειλαν, άλλοι τη διακωμώδησαν και άλλοι διέρρηξαν τα ιμάτιά τους. Κανένας όμως δεν κατάθεσε μια δέσμη προτάσεων για το χτύπημα του πελατειακού κράτους, τη διαφάνεια και μέτρα αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στους θεσμούς. Ωστόσο, αυτή την πρόταση -έστω διαφοροποιημένη- την είχαν συμπεριλάβει μέσα σε συνολική τους πρόταση για το σύνταγμα από το 2016 οι Ν. Αλιβιζάτος, Γ. Κτιστάκης, Π. Βουρλούμης, Σ. Μάνος, Γ. Γεραπετρίτης και Φ. Σπυρόπουλος. Και όχι μόνο. Επίσης, την είχαν καταθέσει την ίδια χρονιά -όταν είχαν ιδρύσει μία Πολιτική Κίνηση- οι Α. Διαμαντοπούλου, Γ. Ραγκούσης και Γ. Φλωρίδης. Ταυτόχρονα για θέματα όπως αλλαγή του εκλογικού συστήματος, καθιέρωση γερμανικού μοντέλου, μονοεδρικές περιφέρειες κ.λπ. είχαν μιλήσει άπειρες φορές πολιτικοί όπως η Ντόρα Μπακογιάννη, ο Θ. Πάγκαλος κ.ά.

Όλοι αυτοί και πολλοί άλλοι έβλεπαν ότι το πολιτικό σύστημα θα απαξιώνεται όλο και περισσότερο, όσο προχωράει αυτοτροφοδοτούμενο από την πελατειοκρατία και σε ειδική σχέση με μια αναποτελεσματική Δημόσια Διοίκηση με ζώνες αδιαφάνειας, κομματοκρατίας και διαφθοράς. Είχαν απόλυτο δίκιο. Χρειάζονται επομένως ριζικές αλλαγές. Απέναντι σ΄ αυτό φάνηκε ο πρωθυπουργός να κατάθεσε μια πρόταση για διάλογο. Το ερώτημα είναι με ποιους θα γίνει ο διάλογος, όταν όλα τα κόμματα προαναγγέλλουν ότι θα καταψηφίζουν τα πάντα και δεν φαίνονται και διατεθειμένα να ψηφίσουν αλλαγές στο σύνταγμα. Μια περίοδο υπήρχαν στελέχη από τους πιο διαφορετικούς χώρους που μπορούσαν να μιλήσουν τολμηρά ενώ τώρα έχουμε ηγεσίες που νομίζουν ότι ο αρνητισμός, η απόρριψη των πάντων συνιστά πειστική αντιπολίτευση.

Το άγχος είναι μεγάλο όμως, όχι μόνο γιατί δεν βλέπουν να ρίχνουν σοβαρά τη ΝΔ παρά τη δύσκολη κατάσταση στην οποία αντικειμενικά βρίσκεται (παραιτήθηκαν ήδη δυο υπουργοί, ένας υφυπουργός, ο γραμματέας του κόμματος και ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος, ενώ αίρονται και οι ασυλίες αρκετών βουλευτών). Τη στιγμή που η κυβέρνηση βάλλεται πανταχόθεν στην τελική ευθεία για τις εκλογές, κανένας από την αντιπολίτευση δεν ενισχύεται και δεν πείθει. Μαζί δε με την αναγνωρισμένη αδυναμία τους, έρχονται και άλλα δύο τουλάχιστον νέα κόμματα, αυτό του Α. Τσίπρα και της Μ. Καρυστιανού που θα φέρουν σοβαρές μεταβολές στα ποσοστά που βλέπουμε σήμερα στις δημοσκοπήσεις και βασικά στην αντιπολίτευση. Οι μεταβολές θα είναι λογικά τόσο σημαντικές που θα δούμε να γίνεται σκληρή μάχη για τις θέσεις 2 έως και 5, άρα θα δούμε την εικόνα ενός νέου καταρχήν πολιτικού χάρτη, ενώ από τα ποιοτικά στοιχεία δεν φαίνεται να πλήττεται σημαντικά η ΝΔ.

Ας μην υπάρχουν ψευδαισθήσεις. Μέσα σ΄ αυτό το τοπίο η τοξικότητα, οι συνεχείς επιθέσεις, η ισοπέδωση θα πάρουν νέες διαστάσεις. Η τραγωδία είναι ότι πάνω από δέκα κόμματα θα δείχνουν να διαγκωνίζονται στο ίδιο πλαίσιο με στυλιστικές διαφορές και ηγέτες που θα μονομαχούν στο επίπεδο ποιος είναι δήθεν πιο σκληρός, πιο αντιμητσοτάκης. Πρόκειται για τακτική που δεν οδηγεί πουθενά. Οι πολίτες και ειδικά αυτοί που με την ψήφο τους βγάζουν κυβερνήσεις δεν θέλουν «μονομαχίες» χωρίς ουσία, «ζαλίζονται» από τους πυροβολισμούς.

Το ερώτημα δεν είναι ποιος θα επικρατήσει επικοινωνιακά. Το ερώτημα είναι αν το πολιτικό σύστημα θα προλάβει να διορθώσει τον εαυτό του πριν η φθορά μετατραπεί σε κρίση εμπιστοσύνης με την απρόβλεπτη δημιουργία τάσεων και φαινομένων. Τα κόμματα επομένως, όλα τα κόμματα θα κριθούν και από τη συμβολή τους σ΄ αυτήν την προσπάθεια με προτάσεις και θαρραλέες πρωτοβουλίες. Όποιος απλά αρνείται, θα χάσει. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο οι πολιτικοί συσχετισμοί, αλλά και η θωράκιση των θεσμών και του πολιτικού συστήματος, η σταθερότητα στη χώρα, η κοινωνική δικαιοσύνη όσον αφορά το επίπεδο διαβίωσης των πολιτών.

Για να δούμε. Το επόμενο τρίμηνο θα έχει γεγονότα, εξελίξεις και αλλαγές. Θα τις παρακολουθούμε με ενδιαφέρον.

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο liberal.gr