Η παρουσία του ανεξάρτητου πλέον ευρωβουλευτή Νίκου Φαραντούρη στο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ έτυχε θερμής υποδοχής, με χειραψίες, χαμόγελα και αγκαλιές.

Στον αθλητισμό υπάρχει μια κλισέ έκφραση όταν κάποιος σπουδαίος αθλητής εντάσσεται σε κάποιον σύλλογο. Η φράση «μεταγραφή αεροδρομίου» χρησιμοποιείται ευρέως προκειμένου να καταδείξει ότι η άφιξή του συνοδεύεται από προσδοκίες, ενθουσιασμό και –κυρίως– από μια αίσθηση ενίσχυσης που αλλάζει τους συσχετισμούς.

Στην πολιτική, όμως, μια μεταγραφή συνήθως συνοδεύεται από ευθεία αντίθεση προς τη δήθεν ιδεολογική συνέπεια και την πολιτική ταυτότητα τόσο του βουλευτή όσο και του κόμματος στο οποίο εντάσσεται. Ειδικά στον χώρο της Αριστεράς τα τελευταία χρόνια παρατηρείται έντονα αυτό το φαινόμενο, αφού οι μεταγραφές γίνονται με όρους επιβίωσης, ισορροπιών και, συχνά, καθαρής σκοπιμότητας.

Επί της ουσίας, από την εποχή που η Αριστερά διεκδικούσε την πολιτική της υπεροχή στη βάση της ιδεολογικής συνέπειας, φτάσαμε σε μια περίοδο όπου η κινητικότητα προσώπων αποτελεί σχεδόν οργανικό στοιχείο της λειτουργίας της. Πολιτικά στελέχη που ξεκίνησαν από το ΠΑΣΟΚ ή άλλους χώρους βρέθηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ στο απόγειο της ανόδου του, ενώ σήμερα παρατηρείται το αντίστροφο ρεύμα: αποχωρήσεις, νέες εντάξεις, επανατοποθετήσεις.

Με άλλα λόγια, από τα χρόνια των μνημονίων μέχρι τη σημερινή πολυδιασπασμένη Βουλή, η κινητικότητα αυτή απέκτησε σχεδόν δομικά χαρακτηριστικά. Κόμματα που κατήγγελλαν τις μεταγραφές αξιοποίησαν αργότερα τα ίδια πρόσωπα. Πολιτικοί που ορκίζονταν πίστη σε ιδεολογικές γραμμές εμφανίστηκαν λίγα χρόνια μετά να υπηρετούν σχεδόν το αντίθετό τους.

Και έτσι, σταδιακά, η πολιτική συνέπεια της Αριστεράς υποχώρησε μπροστά στην πολιτική επιβίωση. Το αποτέλεσμα –και εκεί οφείλεται εν πολλοίς ο κατακερματισμός του χώρου– είναι ένα κλίμα γενικευμένης δυσπιστίας, όπου οι πολίτες δεν βλέπουν πλέον στα κόμματα σταθερούς φορείς ιδεών και ιδεολογιών, αλλά ιδιότυπους μηχανισμούς απορρόφησης προσώπων, ισορροπιών και ευκαιριακών συμμαχιών.

Το φαινόμενο των πολιτικών μεταγραφών στον χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς είναι μάλιστα επαναλαμβανόμενο, κάτι που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί συγκυριακό. Από το 2009 έως σήμερα, δεκάδες βουλευτές έχουν αλλάξει κομματική στέγη, ενώ μόνο σε ορισμένες περιόδους –όπως την τριετία 2009-2012– πάνω από 60 βουλευτές καταγράφηκαν ως ανεξάρτητοι.

Αντίστοιχα, την περίοδο μετά το 2015, η «δεξαμενή» των ανεξάρτητων κινήθηκε σταθερά πάνω από τους 20, αποτελώντας κρίσιμο παράγοντα για τη διαμόρφωση κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών. Και μάλιστα ακόμη και σήμερα παρατηρούνται μετακινήσεις κορυφαίων στελεχών.

Παλαιότερα, ο ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε τον βασικό υποδοχέα μετακινήσεων, ιδίως κατά την περίοδο της ανόδου του στην εξουσία. Η περίπτωση της Θεοδώρας Τζάκρη είναι ενδεικτική: από εκλεγμένη βουλευτής ΠΑΣΟΚ στην Πέλλα και υπουργός που στήριξε τρία διαφορετικά μνημονιακά σχήματα, μετακινήθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ και επανεκλέχθηκε με ένα κόμμα που είχε οικοδομήσει την ταυτότητά του στην αντιμνημονιακή ρητορική.

Η πολιτική αυτή μετατόπιση εντάχθηκε ουσιαστικά σε ένα ευρύτερο κύμα πασοκογενών στελεχών που στελέχωσαν τον ΣΥΡΙΖΑ. Ανάμεσά τους, η Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου, πρώην υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ο Μάρκος Μπόλαρης, επίσης πρώην υπουργός, και ο Γιάννης Ραγκούσης, που είχε διαδραματίσει κομβικό ρόλο στη διοικητική μεταρρύθμιση «Καλλικράτης», αλλά και ο Γιάννης Μιχελογιαννάκης.

Σημαντική ήταν και η μετακίνηση του Θανάση Θεοχαρόπουλου, προέδρου της ΔΗΜΑΡ, ο οποίος διαγράφηκε από το ΚΙΝΑΛ το 2019 λόγω της στήριξής του στη Συμφωνία των Πρεσπών και εν συνεχεία ανέλαβε κυβερνητικό ρόλο στον ΣΥΡΙΖΑ. Στην ίδια λογική εντάσσεται και η στάση του Σπύρου Δανέλλη, ο οποίος, αν και εξελέγη με το Ποτάμι, παρείχε ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ σε μια κρίσιμη συγκυρία, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διατήρηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας.

Αντίστοιχα, η Θεοδώρα Μεγαλοοικονόμου, εκλεγμένη με την Ένωση Κεντρώων, ανεξαρτητοποιήθηκε και στήριξε την κυβέρνηση, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο των «πρόθυμων» βουλευτών εκείνης της περιόδου. Ιδιαίτερο βάρος είχε και η περίπτωση της Έλενας Κουντουρά.

Εκλεγμένη με τους ΑΝΕΛ το 2015 και υπουργός Τουρισμού, διατήρησε τη θέση της ακόμη και μετά τη ρήξη ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, επιλέγοντας να στηρίξει την κυβέρνηση Τσίπρα. Εξελέγη, δε, ως ευρωβουλευτής υπό τη σημαία του ΣΥΡΙΖΑ, όπως συνέβη και με τον Βασίλη Κόκκαλη, ο οποίος προερχόμενος από τη μήτρα των ΑΝΕΛ κάνει πλέον πολιτική καριέρα με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Παράλληλα, δεν μπορεί να αγνοηθεί η επανεμφάνιση παλαιότερων στελεχών του ΠΑΣΟΚ στον ΣΥΡΙΖΑ, όπως ο Στέφανος Τζουμάκας, ο οποίος, ύστερα από μακρά πολιτική διαδρομή και αποστασιοποίηση, επανήλθε στο προσκήνιο μέσα από έναν διαφορετικό πολιτικό φορέα.

Αν, ωστόσο, η περίοδος 2015-2019 χαρακτηρίστηκε από εισροή στελεχών προς τον ΣΥΡΙΖΑ, η μεταγενέστερη φάση σηματοδοτεί ένα αντίστροφο κύμα. Η αποδυνάμωση του κόμματος, τα μονοψήφια ποσοστά και οι εσωτερικές του ανακατατάξεις οδήγησαν σε αποχωρήσεις.

Η Ράνια Θρασκιά, δημοσιογράφος και βουλευτής που εξελέγη με τον ΣΥΡΙΖΑ, εντάχθηκε στο ΠΑΣΟΚ, ενώ ο βουλευτής Κιλκίς Πέτρος Παππάς ακολούθησε την ίδια πορεία (πλέον θα είναι υποψήφιος στη Θεσσαλονίκη), ενισχύοντας την προσπάθεια ανασυγκρότησης του χώρου της Χαριλάου Τρικούπη.

Υπενθυμίζεται ότι την ανεξαρτητοποίηση και αργότερα –ορισμένοι– την ένταξη στο κόμμα Κασσελάκη επέλεξαν και οι Ευάγγελος Αποστολάκης, Γιάννης Σαρακιώτης, Γιώτα Πούλου, Αλέξανδρος Αυλωνίτης (που τώρα φλερτάρει με το κόμμα της Ζωής Κωνσταντοπούλου), Κυριακή Μάλαμα, Ραλλία Χρηστίδου.

Τελευταίο επεισόδιο ήταν η παρουσία του ανεξάρτητου πλέον ευρωβουλευτή εκλεγμένου με τον ΣΥΡΙΖΑ, Νίκου Φαραντούρη, στο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ανεξάρτητος ευρωβουλευτής έτυχε θερμής υποδοχής, με χειραψίες, χαμόγελα και αγκαλιές, σε μια εικόνα που περισσότερο παρέπεμπε σε μεταγραφή παρά σε απλή παρουσία.

Η είσοδός του στο κλειστό του Τάε Κβον Ντο, μάλιστα, συνέπεσε με εκείνη του Μανώλη Χριστοδουλάκη με τον οποίο αντάλλαξε μια ιδιαίτερα θερμή αγκαλιά, ενισχύοντας τα σενάρια περί επικείμενης ένταξης. Η δε επιλογή του να καθίσει στις πρώτες σειρές ερμηνεύτηκε από πολλούς ως ένα πολιτικό μήνυμα ότι η σχέση του με τη Χαριλάου Τρικούπη έχει ήδη προχωρήσει πέρα από το στάδιο της απλής προσέγγισης.

Σε ένα Συνέδριο όπου η διεύρυνση αποτελεί κεντρικό ζητούμενο, η παρουσία Φαραντούρη λειτούργησε ως ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ των μετακινήσεων που χαρακτηρίζουν τον χώρο. Και αν ο ίδιος εμφανίζεται ως «φρέσκο» πρόσωπο, με ευρωπαϊκή εμπειρία και ακαδημαϊκό υπόβαθρο, η πολιτική του ένταξη –εφόσον επιβεβαιωθεί– θα προστεθεί σε μια ήδη μακρά λίστα μεταγραφών που τροφοδοτούν τη συζήτηση για τα όρια, τις αντοχές αλλά και τις αντιφάσεις της σύγχρονης Κεντροαριστεράς.

Στον αντίποδα, οι περιπτώσεις πολιτικής συνέπειας παραμένουν περιορισμένες αλλά χαρακτηριστικές. Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης παραιτήθηκε από τη βουλευτική του έδρα το 2015, διαφωνώντας με τη μνημονιακή στροφή της κυβέρνησης, ενώ η Βασιλική Κατριβάνου ακολούθησε αντίστοιχη στάση. Πρόκειται για εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα: ότι η πολιτική επιβίωση, και όχι η ιδεολογική συνέπεια, αποτελεί τον κυρίαρχο παράγοντα.

Σε κάθε περίπτωση, το πολιτικό συμπέρασμα που προκύπτει από αυτή τη διαχρονική και πλέον «κανονικοποιημένη» πρακτική είναι ότι η έννοια της πολιτικής συνέπειας, ειδικά στον χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς, έχει υποχωρήσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην αποτελεί… είδηση μια μεταγραφή ενός προσώπου. Οι συνεχείς μετακινήσεις, οι εναλλαγές ρόλων και οι μεταγραφές που εξυπηρετούν συγκυριακές ανάγκες διαμορφώνουν ένα πολιτικό περιβάλλον όπου οι ιδεολογίες μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα και ως πρωταρχικός στόχος είναι η πολιτική επιβίωση.

Ο φόβος για την επόμενη ημέρα οδηγεί αρκετούς σε συμβιβαστικές λύσεις, οι οποίες όμως ενισχύουν την καχυποψία και τη δυσπιστία απέναντι στο σύνολο του πολιτικού συστήματος. Όταν ο ψηφοφόρος βλέπει πρόσωπα να μετακινούνται με ευκολία από τον έναν χώρο στον άλλο –συχνά χωρίς πειστική εξήγηση– τότε αυτομάτως χάνεται η όποια αξιοπιστία είχε χτιστεί, αφού οι περισσότεροι το εκλαμβάνουν ως μια αδήριτη ανάγκη να βρεθεί μια σανίδα σωτηρίας.

Ταυτόχρονα, τα ίδια τα κόμματα εγκλωβίζονται σε έναν φαύλο κύκλο. Από τη μία καταγγέλλουν τις μεταγραφές όταν βρίσκονται στην αντιπολίτευση και από την άλλη τις αξιοποιούν όταν επιδιώκουν να ενισχύσουν τη θέση τους. Έτσι, η πρακτική παγιώνεται ως εργαλείο πολιτικής διαχείρισης.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένας κατακερματισμένος και ιδεολογικά ξεγυμνωμένος πολιτικός χώρος, όπου η πολιτική δεν συγκροτείται γύρω από προγράμματα, αλλά γύρω από πρόσωπα και ευκαιριακές συμμαχίες. Και όσο αυτό το μοντέλο αναπαράγεται, τόσο θα βαθαίνει το έλλειμμα εμπιστοσύνης, καθιστώντας ακόμη πιο δύσκολη την ανασυγκρότηση ενός πολιτικού χώρου που κάποτε διεκδικούσε για τον εαυτό του ρόλο αξιακής πυξίδας για την κοινωνία.