Σαν να μην πέρασε μια μέρα ο Αλ. Τσίπρας εξακολουθεί να θέλει να ξεχάσει τις μαύρες σελίδες της διακυβέρνησης της χώρας από τον ίδιον και το κόμμα του που τώρα διαλύει...

Η πρόσφατη αναθέρμανση της υπόθεσης των νέων Ποινικών Κωδίκων που ψήφισε άρον άρον τρεις ημέρες πριν κλείσει η Βουλή για τις εκλογές του 2019 η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, επανέφερε στην επιφάνεια της προεκλογικής λίμνης τρία ερωτήματα που ακόμα και ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ έχει βιώσει ως εσωτερικό τραύμα που δεν έχει επουλωθεί ακόμα. Και ήταν μία από τις εκατοντάδες πληγές που οδήγησαν στη σημερινή… κωματώδη κατάσταση του κόμματος που κυβέρνησε τη χώρα.

1. Γιατί έμεινε ανοιχτή η Βουλή μία εβδομάδα πριν τις εκλογές;

Ο Τσίπρας προκήρυξε πρόωρεςεκλογές στις 7 Ιουλίου 2019, ανακοινώνοντάς τες επίσημα στις 11 Ιουνίου του ίδιου έτους, μετά την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές. Στο ενδιάμεσο διάστημα, η Βουλή ψήφισε τον νέο Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, έργο που είχε ξεκινήσει επί υπουργίας Νίκου Παρασκευόπουλου. Ο ίδιος ο Σταύρος Κοντονής, υπουργός Δικαιοσύνης πριν από τον Παρασκευόπουλο, ανέφερε αργότερα ότι ο Κώδικας «πήγε και ψηφίστηκε τέσσερις ημέρες πριν κλείσει η Βουλή με τη διαδικασία αυτή», επιβεβαιώνοντας το χρονικό πλαίσιο που επικαλείται σήμερα η κυβέρνηση.

Το ερώτημα «γιατί βιάστηκαν» έχει ήδη απαντηθεί δημόσια, και μάλιστα από δύο πρώην υπουργούς Δικαιοσύνης του ίδιου κόμματος, με αντικρουόμενο τρόπο. Ο Ν. Παρασκευόπουλος, μιλώντας στον Real FM τον Οκτώβριο του 2020, παραδέχθηκε ότι «είναι σωστό αυτό που λέει ο Κοντονής, ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να μην προχωρήσει στην αλλαγή του Ποινικού Κώδικα... θα μπορούσε αυτό το έργο που ήταν έτοιμο, να προωθηθεί λίγο αργότερα».

Ολο αυτό, βέβαια, ανεξάρτητα αν στα απόνερα όλης αυτής της υπόθεσης προέκυψε ο «νόμος Παρασκευόπουλου» βάσει του οποίου αποφυλακίστηκαν επικίνδυνοι κακοποιοί πολλά χρόνια πριν από τις προβλέψεις των προηγούμενων ποινικών διατάξεων.

2. Ποιους εξυπηρέτησαν οι «φωτογραφικές διατάξεις»;

Εδώ το ερώτημα έχει ήδη μια τεκμηριωμένη απάντηση που δόθηκε όχι από τη Νέα Δημοκρατία αλλά από στέλεχος του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ. Τον Οκτώβριο του 2020, ο Σταύρος Κοντονής παραιτήθηκε από την Κεντρική Επιτροπή του κόμματος και δήλωσε δημόσια στον ΑΝΤ1 ότι διαφωνούσε με συγκεκριμένες διατάξεις του νέου Ποινικού Κώδικα, χαρακτηρίζοντάς τον συνολικά «κατά 70% θετική μεταρρύθμιση» αλλά επισημαίνοντας δύο προβλήματα: πρώτον, ότι «η ποινική μεταχείριση του αρχηγού της εγκληματικής οργάνωσης είναι ίδια με του μέλους» και δεύτερον, ότι καταργήθηκε η στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων για καταδικασμένους. Ο ίδιος συνέδεσε ρητά τις ενστάσεις του με την τότε εκκρεμούσα δίκη της Χρυσής Αυγής, λέγοντας ότι τις είχε μεταφέρει στο κόμμα του «απολύτως ειλικρινά».

Η μείωση αφορούσε συγκεκριμένα την ποινή για τη διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης από 10-20 σε 5-15 έτη – στοιχείο που ανέδειξε τότε δημόσια και ο τότε κυβερνητικός εκπρόσωπος, Στέλιος Πέτσας. Ο Ν. Παρασκευόπουλος, χωρίς να αρνηθεί το ουσιαστικό πρόβλημα, υπερασπίστηκε το σύνολο του έργου, ενώ ο Σ. Κοντονής επεσήμανε επιπλέον τις χαμηλές ποινές σε αδικήματα κατά ανηλίκων και την υποβάθμιση της δωροδοκίας από κακούργημα σε πλημμέλημα, αποδίδοντας την τελευταία σε πολιτική βιασύνη, ώστε «να έχουμε άμεσα αποτελέσματα». Και εδώ, δημιουργήθηκε μεγάλο πολιτικό θέμα γιατί ο ίδιος ο Σ. Κοντονής –όπως είπε και σε πρόσφατη δήλωσή του στο «Μανιφέστο»– είχε ζητήσει από τους βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας να ψηφίσουν τους νέους κώδικες υπό την προϋπόθεση να ισχύσουν μετά από τρεις ή έξι μήνες ώστε να μην μπορεί η κυβέρνηση να επέμβει στην εξέλιξη εκκρεμών τότε υποθέσεων.

3. Το «παραϋπουργείο Δικαιοσύνης» στο Μέγαρο Μαξίμου

Η φράση του Σταύρου Κοντονή σε συνέντευξή του τον Μάρτιο του 2024 προέκυψε, όπως είχε αποκαλύψει, όταν παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν ο αρμόδιος υπουργός, πληροφορήθηκε ότι ο τότε κυβερνητικός εκπρόσωπος, Δημήτρης Τζανακόπουλος, είχε πάει στην εισαγγελία του Αρείου Πάγου το πρωί που διαβιβαζόταν η δικογραφία στη Βουλή για «να ενημερωθεί», όπως είχε πει. Παράλληλα, δηλώσεις του τότε αναπληρωτή υπουργού Υγείας, Παύλου Πολάκη, ότι γνώριζε την ταυτότητα προστατευόμενων μαρτύρων –κάτι που ο Σ. Κοντονής χαρακτήρισε «ακατανόητο»– έριχναν επιπλέον λάδι στη φωτιά. Και έτσι προέκυψε η άποψη του κ. Κοντονή: «Εκείνη την περίοδο είχε στηθεί ένα παραϋπουργείο Δικαιοσύνης στο Μέγαρο Μαξίμου».

Η καταγγελία αυτή βρήκε αναπάντεχο υποστηρικτή, λίγες ημέρες αργότερα, στο πρόσωπο του ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Στέλιου Κούλογλου, ο οποίος παραδέχθηκε δημόσια ότι η στόχευση πολιτικών προσώπων στην υπόθεση Novartis ήταν «πολιτική απόφαση» και «λάθος», προσθέτοντας ότι «σίγουρα το ήξερε ο Τσίπρας». Ο ίδιος ο Α. Τσίπρας, από την πλευρά του, έχει μιλήσει δημόσια για «άτυχους χειρισμούς» στις υποθέσεις Novartis και τηλεοπτικών αδειών – παραδοχή που, όσο κι αν αποφεύγει τον όρο «παραϋπουργείο», αναγνωρίζει έμμεσα ότι κάτι δεν λειτούργησε σύμφωνα με τις θεσμικές διαδικασίες. Κάτι που μαζί με πολλά άλλα βρίσκεται στη λίστα όλων όσα ο Αλέξης Τσίπρας επιδιώκει να ξεχάσει μια ώρα γρηγορότερα.