Σφοδρά «πυρά» εξαπέλυσε ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, μιλώντας στα Παραπολιτικά 90,1 κατά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, με φόντο τις δικογραφίες για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Όπως ανέφερε, «η αποστολή της συγκεκριμένης δικογραφίας από την κα Παπανδρέου είναι επίθεση στη Δημοκρατία, όχι στη Νέα Δημοκρατία», ενώ σημείωσε πως ο πρόεδρος της Βουλής θα έπρεπε «να έχει λάβει κάποια πρωτοβουλία», χαρακτηρίζοντας παράλληλα τις υποθέσεις «αστείες». Παράλληλα, επανήλθε με οξείς τόνους κατά της Ευρωπαίας Εισαγγελέως, καταγγέλλοντας συνεχιζόμενες διαρροές από τις δικογραφίες, που  παράγουν πολιτικά αποτελέσματα.

Την ίδια ώρα, απάντησε στην ανακοίνωση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, τονίζοντας την ανάγκη σεβασμού στη διάκριση των εξουσιών. Όπως υπογράμμισε, ως μέλος της νομοθετικής εξουσίας διατηρεί το δικαίωμα να κρίνει αν υπήρξε «λάθος» στην ψήφιση νόμων, κάνοντας αναφορά στη θέσπιση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας το 2021.

Αποσπάσματα από τη συνέντευξη

Αναφερόμενος στην Ευρωπαία Εισαγγελέα και στη στάση του πρωθυπουργού για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, σημείωσε πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης «εξέφρασε μια πραγματικότητα με κομψό τρόπο», καλώντας την να αποδείξει την ουδετερότητά της. Πρόσθεσε ότι υπάρχει ευρύτερη αντίληψη στο Κοινοβούλιο πως πρόκειται για «αστεία πράγματα», επαναλαμβάνοντας ότι η αποστολή της δικογραφίας συνιστά «επίθεση στη Δημοκρατία».

Υποστήριξε ακόμη ότι η ποινικοποίηση της καθημερινότητας ενός βουλευτή συνιστά «μεγάλο πρόβλημα», επισημαίνοντας πως ο πρόεδρος της Βουλής όφειλε να έχει αναλάβει δράση. Όπως είπε, η επικοινωνία βουλευτών με υπηρεσίες αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα, θέτοντας το ερώτημα αν «είναι ποινικό αδίκημα να μιλά ο βουλευτής στο τηλέφωνο».

Για την άρση ασυλίας, ανέφερε πως ζητείται ώστε να μην δημιουργούνται υπόνοιες συγκάλυψης, υποστηρίζοντας ότι οι συγκεκριμένες υποθέσεις «δεν έχουν καμία ποινική αξία» και κάνοντας λόγο για «εξωφρενικό χειρισμό» των δικογραφιών.

Απευθυνόμενος προς την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, υπογράμμισε ότι η Δικαιοσύνη είναι σεβαστή, αλλά και ότι ο ίδιος έχει δικαίωμα να απαντά στην κριτική. Επανέλαβε πως η διάκριση των εξουσιών σημαίνει ότι η νομοθετική εξουσία δεν παρεμβαίνει στη δικαστική, θέτοντας ωστόσο το ερώτημα αν συμβαίνει το αντίστροφο.

Για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, σημείωσε πως έγινε με νόμο το 2021, τονίζοντας ότι ένας εκλεγμένος νομοθέτης μπορεί να αναγνωρίσει πιθανό σφάλμα. Δήλωσε ότι πιστεύει στη διάκριση των εξουσιών, αλλά «ο καθένας πρέπει να μένει στον ρόλο του».

Σε ό,τι αφορά την εμπιστοσύνη του προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ανέφερε ότι έχει κλονιστεί, κάνοντας λόγο για διαρροές στον Τύπο που δημιουργούν πολιτικά πρωτοσέλιδα. Όπως είπε, «εισαγγελέας που διαρρέει στοιχεία για πολιτικά ζητήματα δύσκολα μπορεί να ληφθεί στα σοβαρά».

Σχολιάζοντας το περιεχόμενο των δικογραφιών, υποστήριξε ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικά στοιχεία, πέρα από τηλεφωνικές παρακολουθήσεις, και ότι στόχος είναι η δημιουργία πολιτικής έντασης και όχι η απονομή δικαιοσύνης.

Επικαλέστηκε και τις δηλώσεις του πρωθυπουργού, σημειώνοντας ότι ο συνολικός χειρισμός δεν δείχνει πρόθεση απόδοσης δικαίου, αλλά παραγωγής πολιτικών εντυπώσεων. Παράλληλα, τόνισε τη σημασία του τεκμηρίου αθωότητας, επισημαίνοντας τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει μια κατηγορία στην πορεία ενός ανθρώπου.

Χαρακτήρισε μάλιστα «τραγική» την περίπτωση του Κώστα Τσιάρα, περιγράφοντας την εμπλοκή του στην υπόθεση, ενώ αναφέρθηκε και στη συζήτηση στη Βουλή, όπου παρουσιάστηκαν δύο διαφορετικές εικόνες: ένας «σοβαρός και μετρημένος» πρωθυπουργός και μια αντιπολίτευση «σε έξαλλη κατάσταση».

Απαντώντας στην κριτική της αντιπολίτευσης και στα αιτήματα για εκλογές, διερωτήθηκε ποια είναι η πρόταση για το μέλλον της χώρας, σημειώνοντας ότι δεν κατατέθηκαν αντιπροτάσεις στις ιδέες για τη Συνταγματική Αναθεώρηση.

Τέλος, αναφερόμενος στην υπόθεση της κας Παπανδρέου και τις εξελίξεις με τη θητεία της, δήλωσε ότι έχει χάσει την εμπιστοσύνη του προς το πρόσωπό της, τονίζοντας πως ένας εισαγγελέας οφείλει να υπολογίζει τις συνέπειες των πράξεών του.