Σαφές μήνυμα υπέρ της απρόσκοπτης συνέχισης της δίκης για το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών έστειλε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, τοποθετούμενος από το briefing σχετικά με τις εξελίξεις στη διαδικασία.
Ο κ. Μαρινάκης ξεκαθάρισε πως «δεν υπάρχει κάποιο ζήτημα» με τον Γιώργο Φλωρίδη, απαντώντας σε σχετική συζήτηση που έχει ανοίξει το τελευταίο διάστημα, επαναλαμβάνοντας ότι η θέση της κυβέρνησης παραμένει σταθερή.
Αναφερόμενος στη δεύτερη δικάσιμο, υποστήριξε ότι η εικόνα ήταν σαφώς βελτιωμένη σε σχέση με την πρώτη, κάνοντας λόγο για καλύτερο συντονισμό μεταξύ δικαστικών και αστυνομικών αρχών. Όπως σημείωσε, εξασφαλίστηκαν οι απαραίτητες συνθήκες για την παρουσία κατηγορουμένων, συνηγόρων, πολιτικώς εναγόντων και συγγενών των θυμάτων, σε μια υπόθεση που χαρακτήρισε «εθνική τραγωδία».
Την ίδια ώρα, άσκησε έντονη κριτική σε πολιτικές παρεμβάσεις που επιχειρούν να δημιουργήσουν κλίμα έντασης. Κάνοντας ειδική αναφορά στην Ζωή Κωνσταντοπούλου, υποστήριξε ότι μια «μικρή μειοψηφία με καθαρά πολιτικά κίνητρα» επιχειρεί να καλλιεργήσει οργή στην κοινωνία, κυρίως μέσω των κοινωνικών δικτύων και της αναπαραγωγής σχετικών βίντεο.
«Ο στόχος αυτών των ανθρώπων δεν είναι η αλήθεια, αλλά η μπαχαλοποίηση και η δημιουργία εμποδίων ώστε να μην προχωρήσει η δίκη», τόνισε, διαχωρίζοντας παράλληλα τη στάση των πολιτικών από εκείνη των συγγενών των θυμάτων.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κάλεσε τόσο την κυβέρνηση όσο και τα κόμματα της αντιπολίτευσης «που πιστεύουν πραγματικά στους θεσμούς» να υψώσουν «τείχος προστασίας» γύρω από τη Δικαιοσύνη, χωρίς παρεμβάσεις ή αξιολογήσεις των αποφάσεών της.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη δυσκολία του έργου των δικαστικών λειτουργών, σημειώνοντας ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά σύνθετη και φορτισμένη υπόθεση, με πολλούς κατηγορούμενους και παραμέτρους που απαιτούν προσεκτική αξιολόγηση.
Κλείνοντας, ο κ. Μαρινάκης χαρακτήρισε τη σύγκρουση που έχει προκύψει ως «μάχη του αυτονόητου», δηλαδή του σεβασμού στους θεσμούς και στις αποφάσεις της Δικαιοσύνης, προειδοποιώντας ότι επιθέσεις προς αυτήν «είναι επικίνδυνες για τη Δημοκρατία».