Καθώς οι δημοσκοπήσεις πιέζουν και οι νέοι πολιτικοί σχηματισμοί αλλάζουν το σκηνικό, το ΠΑΣΟΚ αναζητά σωσίβια σε μεταγραφές χωρίς κοινό πολιτικό στίγμα.
Υπήρχε μια εποχή που το ΠΑΣΟΚ φιλοδοξούσε να εκφράσει ένα συγκεκριμένο πολιτικό και ιδεολογικό ρεύμα. Μπορεί κανείς να συμφωνούσε ή να διαφωνούσε με αυτό, αλλά γνώριζε τουλάχιστον τι εκπροσωπούσε. Σήμερα, όμως, όσο πλησιάζει η ώρα της πολιτικής κρίσης και όσο οι δημοσκοπήσεις αρνούνται πεισματικά να επιβεβαιώσουν τις προσδοκίες του Νίκου Ανδρουλάκη, η εικόνα που εκπέμπει η Χαριλάου Τρικούπη θυμίζει περισσότερο χρηματιστήριο πολιτικών προσώπων παρά κόμμα που διεκδικεί την εξουσία. Αντί να συζητά για προτάσεις, πρόγραμμα και στρατηγική απέναντι στην κυβέρνηση, φαίνεται να αναζητά απεγνωσμένα νέα πρόσωπα που θα γεμίσουν ψηφοδέλτια, θα δημιουργήσουν επικοινωνιακό θόρυβο και θα καλλιεργήσουν την ψευδαίσθηση δυναμικής. Το πρόβλημα είναι ότι όταν η πολιτική μετατρέπεται σε κυνήγι μεταγραφών, αργά ή γρήγορα προκύπτει το αυτονόητο ερώτημα: τι ακριβώς ενώνει όλους αυτούς τους ανθρώπους πέρα από την ανάγκη πολιτικής επιβίωσης;
Οι πληροφορίες που διακινούνται το τελευταίο διάστημα μόνο τυχαίες δεν είναι. Στο τραπέζι εμφανίζονται τα ονόματα της Νίνας Κασιμάτη, της Θεοδώρας Τζάκρη, του Ευάγγελου Αποστολάκη, ενώ οι επαφές φέρονται να επεκτείνονται και σε άλλους νυν ή πρώην βουλευτές. Την ίδια στιγμή, ο Μάριος Σαλμάς δηλώνει δημοσίως ότι του έχουν μεταφερθεί μηνύματα από στελέχη του ΠΑΣΟΚ πως τον θέλουν στο κόμμα, χωρίς να αποκλείει μελλοντική συνεργασία. Αν κάποιος παρακολουθεί τις εξελίξεις από απόσταση, εύκολα θα μπορούσε να πιστέψει ότι βρίσκεται μπροστά σε περίοδο μεταγραφών ποδοσφαιρικής ομάδας που παλεύει να αποφύγει τον υποβιβασμό. Η διαφορά είναι ότι στην πολιτική οι μεταγραφές υποτίθεται ότι υπηρετούν ιδέες και όχι την αγωνία των ποσοστών.
Και κάπου εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος. Διότι το ζήτημα δεν είναι αν ένα κόμμα διευρύνεται. Όλα τα κόμματα επιδιώκουν διεύρυνση. Το ζήτημα είναι με ποια κριτήρια, με ποιο πολιτικό σχέδιο και με ποιο ιδεολογικό υπόβαθρο. Όταν η διεύρυνση μοιάζει να γίνεται προς κάθε διαθέσιμη κατεύθυνση, τότε δεν μιλάμε για πολιτική στρατηγική αλλά για προσπάθεια κάλυψης ενός κενού που γίνεται όλο και πιο εμφανές.
Η δημοσκοπική ανησυχία πίσω από τις μεταγραφές
Εδώ και μήνες το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να πείσει ότι αποτελεί τη φυσική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης απέναντι στη Νέα Δημοκρατία. Ωστόσο, οι μετρήσεις της κοινής γνώμης δεν δείχνουν την εκτόξευση που ανέμενε η ηγεσία του κόμματος. Αντίθετα, η εμφάνιση νέων κομμάτων και η κινητικότητα στον χώρο της Κεντροαριστεράς έχουν δημιουργήσει νέες αβεβαιότητες.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η λογική φαίνεται να είναι απλή: αν δεν ανεβαίνουν τα ποσοστά, ας αυξηθούν τα ονόματα. Αν δεν δημιουργείται πολιτικό ρεύμα, ας δημιουργηθεί εντύπωση κινητικότητας. Πρόκειται όμως για μια τακτική που ενδέχεται να παράγει περισσότερο θόρυβο παρά ουσία. Γιατί οι πολίτες δεν δυσκολεύονται να αντιληφθούν πότε ένα κόμμα χτίζει κοινωνική απήχηση και πότε απλώς συλλέγει πολιτικούς επιβάτες.
Από τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι τη ΝΔ, όλοι χωρούν
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης είναι η πολιτική ετερογένεια των προσώπων που ακούγονται. Από στελέχη που προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι πρώην βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, το φάσμα είναι τόσο ευρύ ώστε δύσκολα μπορεί να εντοπίσει κανείς ένα συνεκτικό αφήγημα.
Η εικόνα που διαμορφώνεται δεν είναι εκείνη μιας παράταξης που συγκροτεί μια νέα πολιτική πρόταση, αλλά ενός χώρου που προσπαθεί να χωρέσει τα πάντα. Και όταν ένα κόμμα επιχειρεί να τα χωρέσει όλα, συχνά καταλήγει να μην εκφράζει τίποτα με σαφήνεια.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι αν η Νίνα Κασιμάτη, η Θεοδώρα Τζάκρη ή ο Μάριος Σαλμάς έχουν πολιτική εμπειρία. Προφανώς έχουν. Το ερώτημα είναι ποιο είναι το κοινό πολιτικό νήμα που συνδέει τόσο διαφορετικές διαδρομές. Αν η απάντηση είναι απλώς η αντίθεση προς την κυβέρνηση, τότε το εγχείρημα ξεκινά με εξαιρετικά αδύναμες βάσεις.
Η κρίση ταυτότητας που δεν κρύβεται
Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να εμφανίσει τη διεύρυνση ως ένδειξη ισχύος. Ωστόσο, υπάρχει και η αντίθετη ανάγνωση. Ότι δηλαδή η συνεχής αναζήτηση νέων προσώπων αποκαλύπτει μια βαθύτερη δυσκολία παραγωγής πολιτικής δυναμικής από τα ίδια του τα στελέχη και τις ίδιες του τις θέσεις.
Δεν είναι τυχαίο ότι η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται πλέον γύρω από το ποιος θα μετακινηθεί προς το κόμμα και όχι γύρω από το τι προτείνει το κόμμα για τη χώρα. Η μετατόπιση αυτή λέει πολλά. Και συνήθως δεν είναι καλό σημάδι για έναν πολιτικό οργανισμό που φιλοδοξεί να πείσει ότι αποτελεί κυβερνητική εναλλακτική.
Όσο περισσότερο η επικαιρότητα καταλαμβάνεται από ονόματα, τόσο λιγότερο ακούγονται οι ιδέες. Και όταν οι ιδέες υποχωρούν, η πολιτική μετατρέπεται αναπόφευκτα σε λογιστική προσώπων.
Όταν η ποσότητα υποκαθιστά την πολιτική
Η μεγαλύτερη παγίδα για το ΠΑΣΟΚ είναι να πιστέψει ότι η αριθμητική των μεταγραφών μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική. Η ιστορία έχει δείξει επανειλημμένα ότι οι πολίτες μπορεί να εντυπωσιάζονται προσωρινά από κινήσεις προσώπων, αλλά τελικά ψηφίζουν με βάση την αξιοπιστία, τη συνοχή και την προοπτική.
Η διαρκής αναζήτηση νέων αφίξεων δημιουργεί μάλιστα ένα παράδοξο. Αν όλοι είναι ευπρόσδεκτοι ανεξαρτήτως προηγούμενης διαδρομής, τότε ποια ακριβώς είναι τα όρια της παράταξης; Ποια είναι η πολιτική της ταυτότητα; Και ποιο είναι το στοιχείο που την διαφοροποιεί από έναν απλό μηχανισμό συγκέντρωσης δυσαρεστημένων πολιτικών στελεχών;
Η πολιτική δεν είναι δημοπρασία προσώπων. Δεν είναι διαγωνισμός συλλογής βουλευτών. Δεν είναι άθροισμα μετακινήσεων. Είναι σύγκρουση ιδεών, προγραμμάτων και αντιλήψεων για τη χώρα.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η πιο αιχμηρή διαπίστωση: όταν ένα κόμμα αρχίζει να μετρά περισσότερο τις μεταγραφές από τις πολιτικές του προτάσεις, συνήθως δεν βρίσκεται ένα βήμα πριν από την άνοδο. Βρίσκεται ένα βήμα πριν από την παραδοχή ότι δεν κατάφερε να δημιουργήσει το ρεύμα που υποσχόταν.