Παρά τα χαμόγελα και τις «υποσχέσεις» για ενότητα, οι κορυφαίοι του ΠΑΣΟΚ βρίσκονται σε ακήρυχτο εμφύλιο πόλεμο.

Στο ΠΑΣΟΚ δεν υπάρχουν πλέον τάσεις αλλά… δουκάτα. Μικρά, οργανωμένα φέουδα εξουσίας με σαφή σύνορα, προσωπικές στρατηγικές και μια κοινή, άτυπη συμφωνία: κανείς δεν ρίχνει τον άλλον… μέχρι να έρθει η κατάλληλη στιγμή.

Το παρασκήνιο των τελευταίων ημερών αποκαλύπτει μια εικόνα πλήρους εσωτερικής αποσύνθεσης που πίσω από τα χαμόγελα και τις δημόσιες δηλώσεις περί «ενότητας», κρύβει έναν ακήρυχτο εμφύλιο. Και στο κέντρο αυτού του σκηνικού βρίσκεται ο Νίκος Ανδρουλάκης, που είτε δεν αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει είτε επιλέγει συνειδητά να το αγνοεί.

Σκέτη... λυκοφιλία

Η προσέγγιση Χάρη Δούκα-Μανώλη Χριστοδουλάκη δεν είναι προϊόν πολιτικής σύγκλισης. Είναι προϊόν ανάγκης. Ο ένας χρειάζεται τον άλλον για να αποκτήσει εσωκομματικό βάρος απέναντι στον Ανδρουλάκη. Και οι δύο γνωρίζουν ότι μόνοι τους δεν φτάνουν.

Οι δημόσιες τοποθετήσεις περί «κοινού αντιπάλου» και «ιδεολογικής καθαρότητας» δεν είναι τίποτα περισσότερο από επικοινωνιακό περιτύλιγμα. Στο παρασκήνιο, οι ίδιες πηγές μιλούν για σκληρές διαπραγματεύσεις, καταμερισμό επιρροής και ξεκάθαρες δεσμεύσεις για την επόμενη ημέρα. Δεν πρόκειται για συμμαχία. Πρόκειται για προσωρινή ανακωχή. Μια λυκοφιλία που θα κρατήσει όσο εξυπηρετεί.

Από την άλλη πλευρά, ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχειρεί να εμφανιστεί ως εγγυητής της διεύρυνσης. Οι γέφυρες προς την Άννα Διαμαντοπούλου παρουσιάζονται ως στρατηγική επιλογή. Στην πραγματικότητα, όμως, παραπέμπουν περισσότερο σε κίνηση πανικού. Γιατί η προσέγγιση αυτή δεν εδράζεται σε κοινό πολιτικό σχέδιο. Στηρίζεται στην ανάγκη δημιουργίας αντισταθμισμάτων.

Ο Ανδρουλάκης γνωρίζει ότι η εσωκομματική βάση του ροκανίζεται. Και προσπαθεί να καλύψει τα κενά με μεταγραφές και συμβολικές συμμαχίες.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτά τα ανοίγματα δεν γίνονται σε ουδέτερο πολιτικό χρόνο. Οι «παλιοί» του κόμματος παρακολουθούν. Οι «νέοι» μετρούν. Και οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται ότι το παιχνίδι δεν είναι καθαρό.

Παρά τις δημόσιες διαψεύσεις, το ΠΑΣΟΚ είναι πλέον χωρισμένο σε τρία βασικά μπλοκ: Το προεδρικό στρατόπεδο που επιχειρεί να κρατήσει τον έλεγχο με ισορροπίες και συμβιβασμούς, το μπλοκ Δούκα που επενδύει στη δυναμική της βάσης και στη δυσαρέσκεια και το υπό διαμόρφωση δίκτυο Χριστοδουλάκη που κινείται μεθοδικά και περιμένει τη στιγμή του.

Και κάπου ανάμεσα, πρόσωπα όπως η Διαμαντοπούλου λειτουργούν ως ρυθμιστές, χωρίς να δεσμεύονται πλήρως σε κανέναν. Το αποτέλεσμα; Ένα κόμμα που μοιάζει περισσότερο με πεδίο εσωτερικών διαπραγματεύσεων παρά με ενιαίο πολιτικό οργανισμό.

Σε αυτό το σκηνικό, ο Νίκος Ανδρουλάκης εμφανίζεται δημόσια ήρεμος, σχεδόν αμέριμνος. Μιλά για νίκες, για προοπτική διακυβέρνησης, για πολιτική σταθερότητα. Το ερώτημα είναι αν αυτή η εικόνα είναι στρατηγική επιλογή ή πολιτική αυταπάτη. Γιατί τα γκάλοπ καταγράφουν ένα ΠΑΣΟΚ που παλεύει να κρατηθεί στην τρίτη ή την τέταρτη θέση. Και ενώ ο πρόεδρος μιλάει για «ενότητα», τα στελέχη του χτίζουν προσωπικούς μηχανισμούς, ενώ η «διεύρυνση» καταλήγει σε συρρίκνωση. Η απόσταση ανάμεσα στη ρητορική και την πραγματικότητα δεν είναι απλώς μεγάλη. Είναι επικίνδυνη.

Πίσω από τις κλειστές πόρτες, η εικόνα είναι ακόμη πιο σκληρή. Στελέχη που μέχρι χθες εμφανίζονταν με «ενωτικό λόγο», ανταλλάσσουν βαριές κουβέντες. Συνεργασίες που παρουσιάζονται ως δεδομένες, αμφισβητούνται καθημερινά. Και το κυριότερο, όλοι προετοιμάζονται για την επόμενη μέρα, σαν να θεωρούν δεδομένο ότι η σημερινή ηγεσία δεν θα αντέξει. Η φράση που ακούγεται όλο και πιο συχνά στους διαδρόμους της Χαριλάου Τρικούπη είναι αποκαλυπτική: «Το ερώτημα δεν είναι αν θα γίνει, αλλά πότε θα γίνει».

Αυταπάτες, τέλος

Το ΠΑΣΟΚ δεν απειλείται από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Απειλείται από τον ίδιο του τον εαυτό. Τα δουκάτα που έχουν στηθεί δεν ενδιαφέρονται για την πορεία του κόμματος. Ενδιαφέρονται για τη δική τους επιβίωση. Οι λυκοφιλίες δεν χτίζουν ενότητα. Προετοιμάζουν συγκρούσεις. Και οι σιωπές δεν είναι ένδειξη σταθερότητας. Είναι προάγγελος ρήξης.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης μπορεί να συνεχίζει να εμφανίζεται ως εγγυητής της ενότητας, μπορεί να μιλά για νίκες που δεν έρχονται και για προοπτικές που δεν επιβεβαιώνονται, αλλά η πραγματικότητα δεν αλλάζει. Το κόμμα διαλύεται σε κομμάτια μπροστά στα μάτια του. Και αν δεν το βλέπει, είναι επικίνδυνο. Αν το βλέπει και δεν αντιδρά, θα είναι μοιραίο.