Σε μια πολιτική παρτίδα που δείχνει να χάνει πριν καν μπει στην τελική ευθεία, ο Νίκος Ανδρουλάκης επιλέγει να ανεβάσει τους τόνους.
Επενδύει στην πόλωση και αναζητά σωσίβιο σε μεταγραφές πολιτικών προσώπων, λες και η κρίση αξιοπιστίας του ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζεται με αλλαγές προσώπων και επικοινωνιακά τεχνάσματα. Μόνο που η πολιτική δεν είναι μεταγραφικό παζάρι και η δεύτερη θέση δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε πρωτιά επειδή κάποιος αποφάσισε να φωνάζει περισσότερο.
Το πρόβλημα του Ανδρουλάκη δεν είναι ότι δεν διαθέτει αρκετά αιχμηρή ρητορική. Είναι ότι, παρά τις επαναλαμβανόμενες επιθέσεις στην κυβέρνηση, δεν έχει καταφέρει να πείσει ότι το ΠΑΣΟΚ αποτελεί μια πραγματικά εναλλακτική πολιτική πρόταση.
Η καταγγελία από μόνη της δεν συνιστά πολιτικό σχέδιο, ούτε η διαρκής επίκληση της θεσμικής εκτροπής αρκεί για να κρύψει την απουσία ενός πειστικού αφηγήματος για την επόμενη ημέρα. Οταν η αντιπολίτευση εξαντλείται σε μια ατέρμονη σύγκρουση εντυπώσεων, κινδυνεύει να μετατραπεί σε παρακολούθημα της κυβερνητικής ατζέντας, αντί να διαμορφώνει τη δική της.
Η επιχείρηση τοξικότητας
Και κάπου εδώ αρχίζει η επιχείρηση της τοξικότητας. Οσο δυσκολότερο γίνεται να αποδειχθεί στην πράξη ότι το κόμμα μπορεί να ανακτήσει την κοινωνική του επιρροή, τόσο μεγαλύτερος είναι ο πειρασμός να υποκατασταθεί η πολιτική αντιπαράθεση από προσωπικές συγκρούσεις, καταγγελτικό λόγο και μια διαρκή προσπάθεια να παρουσιαστεί κάθε αντίπαλος ως μέρος ενός ενιαίου σκοτεινού σχεδίου. Η σκληρή κριτική είναι αναγκαίο συστατικό της δημοκρατίας. Η μετατροπή της, όμως, σε μόνιμη στρατηγική επιβίωσης αποκαλύπτει πολιτική αμηχανία και όχι ηγετική αυτοπεποίθηση.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η επιδίωξη εντυπωσιασμού μέσω των μεταγραφών. Οι μετακινήσεις στελεχών, οι προσχωρήσεις και οι πολιτικές επιστροφές μπορεί να προσφέρουν πρόσκαιρο επικοινωνιακό υλικό, δεν αποτελούν όμως από μόνες τους απόδειξη πολιτικής αναγέννησης. Οταν το βασικό επιχείρημα ενός κόμματος είναι ποιος εγκατέλειψε τον έναν χώρο για να βρεθεί στον άλλον, το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο: τι ακριβώς έχει να πει στους πολίτες πέρα από το ποιος βρίσκεται σε ποιο στρατόπεδο;
Μεταγραφές αεροδρομίου
Οι μεταγραφές αεροδρομίου μπορεί να δημιουργούν στιγμιαίο θόρυβο, αλλά σπάνια αλλάζουν τους πραγματικούς συσχετισμούς όταν δεν συνοδεύονται από σαφείς πολιτικές δεσμεύσεις και κοινωνική δυναμική. Οι ψηφοφόροι δεν είναι θεατές σε ένα διαρκές τηλεοπτικό σόου, ούτε οπαδοί που αλλάζουν ομάδα με βάση το τελευταίο μεταγραφικό απόκτημα. Κρίνουν από την καθημερινότητά τους, την ακρίβεια, τους μισθούς, τη στέγη, την εργασία, την Υγεία και την Παιδεία.
Ο Ανδρουλάκης βρίσκεται, συνεπώς, μπροστά σε ένα κρίσιμο πολιτικό αδιέξοδο: θέλει να εμφανιστεί ως ο βασικός αντίπαλος της ΝΔ, χωρίς να έχει πείσει ότι μπορεί να εκφράσει μια διακριτή, συνεκτική και κοινωνικά πλειοψηφική εναλλακτική. Και όσο επιχειρεί να καλύψει αυτό το κενό με υψηλούς τόνους και εντυπωσιακές μετακινήσεις προσώπων, τόσο κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στον ίδιο φαύλο κύκλο.
Η τελευταία ζαριά δεν κερδίζεται με περισσότερη τοξικότητα, ούτε με πολιτικές μεταγραφές της τελευταίας στιγμής. Αν το ΠΑΣΟΚ θέλει να διεκδικήσει ξανά πρωταγωνιστικό ρόλο, οφείλει να απαντήσει στο ουσιαστικό ερώτημα: ποια πολιτική εκπροσωπεί και για ποιους; Γιατί, στο τέλος της ημέρας, οι πολίτες δεν ψηφίζουν μεταγραφές και επικοινωνιακά πυροτεχνήματα. Και η πολιτική τράπουλα δεν αλλάζει επειδή ο παίκτης επιμένει να ποντάρει ακόμη κι όταν τα χαρτιά του δεν τον ευνοούν.