Το ΠΑΣΟΚ οδεύει προς τις εκλογές χωρίς πολιτικό σχέδιο και δείχνει να περιμένει το αποτέλεσμα της κάλπης για να χαράξει στρατηγική.

Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που τα κόμματα αποκαλύπτουν πολλά, όχι από αυτά που λένε, αλλά από αυτά που αφήνουν ανοιχτά ως ενδεχόμενα. Και στο ΠΑΣΟΚ, το τελευταίο διάστημα, όσο πλησιάζει η συζήτηση για τις επόμενες εθνικές εκλογές, τόσο πληθαίνουν οι δηλώσεις που αντί να ξεκαθαρίζουν το τοπίο, το θολώνουν περισσότερο.

Η εικόνα που διαμορφώνεται παραπέμπει μάλλον σε πολυκατοικία με διαφορετικά διαμερίσματα παρά σε κόμμα με ενιαία πολιτική γραμμή. Κοινός παρονομαστής; Η αποφυγή σαφών δεσμεύσεων αφήνοντας όλα τα σενάρια ανοιχτά.

Η φράση της Άννας Διαμαντοπούλου ότι «το πολιτικό τοπίο θα διαμορφωθεί στις εκλογές και τότε θα δούμε τα δεδομένα» αποτυπώνει μια λογική αναμονής. Όχι πολιτικής πρωτοβουλίας, αλλά πολιτικής παρατήρησης. Σαν να λέει: πρώτα θα αποφασίσει η κάλπη, μετά θα αποφασίσουμε κι εμείς.

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Μανώλης Χριστοδουλάκης: το ΠΑΣΟΚ θα δει ποια κόμματα και με ποια δύναμη θα προκύψουν και τότε θα αποφασίσει τι θα πράξει «με γνώμονα το συμφέρον της χώρας». Μια διατύπωση που ακούγεται θεσμική, αλλά πολιτικά περιλαμβάνει πολλά σενάρια.

Και έρχεται ο Παύλος Γερουλάνος να συμπληρώσει το παζλ: εάν το ΠΑΣΟΚ έρθει πρώτο, θα συνεργαστεί με όποιο κόμμα συμφωνεί με την ατζέντα του, χωρίς να αποκλείει ούτε τη Νέα Δημοκρατία.
Κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα.

Διότι ένα κόμμα που εδώ και χρόνια επενδύει στην έννοια της αυτόνομης πορείας, ξαφνικά εμφανίζεται να κρατά ανοιχτές τις πόρτες προς όλες τις κατευθύνσεις. Προς τα αριστερά, προς το Κέντρο, προς τη ΝΔ, προς κάθε πιθανή εξέλιξη.

Το ερώτημα που προκύπτει δεν είναι αν ένα κόμμα πρέπει να συζητά συνεργασίες – στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες αυτό είναι αυτονόητο. Το ερώτημα είναι αν πηγαίνει στις εκλογές με καθαρό πολιτικό σχέδιο ή αν περιμένει πρώτα να μετρήσει ποσοστά και μετά να ανακαλύψει στρατηγική.

Και σε αυτό το σημείο αρχίζουν οι εσωτερικές αντιφάσεις.
Από τη μία πλευρά, υπάρχουν στελέχη που εδώ και μήνες χτίζουν αφήγημα «προοδευτικής διακυβέρνησης», αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο συνεννόησης με δυνάμεις που κινούνται στον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ ή ευρύτερα του κεντροαριστερού φάσματος. Εκεί εντάσσεται και ένα τμήμα του κομματικού μηχανισμού που βλέπει με ενδιαφέρον τις διεργασίες γύρω από πρόσωπα και σχήματα που έχουν αναφορές στην περίοδο Τσίπρα.

Από την άλλη πλευρά, αναπτύσσεται μια διαφορετική σχολή σκέψης: εκείνοι που θεωρούν ότι το ΠΑΣΟΚ πρέπει να εμφανιστεί ως δύναμη κυβερνητικής ευθύνης χωρίς ιδεολογικές απαγορεύσεις – άρα ούτε η ΝΔ πρέπει να αποτελεί ταμπού.
Το αποτέλεσμα; Ένα κόμμα που επιχειρεί να εκπέμψει προς κάθε κατεύθυνση και καταλήγει να μην πείθει κανέναν απόλυτα.

Γιατί ο ψηφοφόρος δεν ζητά μόνο με ποιον δεν θα πας. Ζητά να ξέρει και με ποιον μπορεί να πας.
Όταν ακούει «θα δούμε μετά τις εκλογές», εύλογα αναρωτιέται αν τελικά η ψήφος αφορά πρόγραμμα ή δημοσκοπικό υπολογισμό.
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η συζήτηση αυτή γίνεται ενώ το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να αναζητά την πολιτική του ταυτότητα στη μετά κρίσης εποχή. Δεν έχει κλείσει οριστικά το ερώτημα αν θέλει να είναι αντι-ΝΔ δύναμη, αντι-ΣΥΡΙΖΑ δύναμη ή κόμμα κεντρώας διαμεσολάβησης.
Και όταν δεν απαντάς εγκαίρως, η κοινωνία συχνά απαντά για σένα.

Η πραγματικότητα είναι σκληρή: οι εκλογές δεν είναι διαγωνισμός ευελιξίας. Δεν κερδίζονται επειδή κράτησες όλες τις επιλογές διαθέσιμες. Κερδίζονται όταν ο πολίτης πιστέψει ότι ξέρεις τι θέλεις να κάνεις, πριν ανοίξουν οι κάλπες.
Αλλιώς, δημιουργείται η αίσθηση ενός πολιτικού φορέα που περιμένει να δει ποιος θα νικήσει για να αποφασίσει ποια είναι η γραμμή του. Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη παγίδα για τη Χαριλάου Τρικούπη: να εμφανιστεί ως ρυθμιστής χωρίς πρώτα να έχει πείσει ότι μπορεί να είναι πρωταγωνιστής.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, οι ψηφοφόροι μπορεί να συγχωρούν τις διαφωνίες, αλλά δύσκολα συγχωρούν την αμφισημία.
Και τότε το δίλημμα δεν θα είναι «με ποιον θα συνεργαστεί το ΠΑΣΟΚ».
Θα είναι αν το ίδιο το ΠΑΣΟΚ κατάφερε ποτέ να αποφασίσει τι ακριβώς θέλει να γίνει.

Στην πολιτική, το να αφήνεις όλες τις πόρτες ανοιχτές δεν θεωρείται πάντα ευελιξία – πολλές φορές εκλαμβάνεται ως αδυναμία επιλογής. Και όταν ένα κόμμα ζητά ψήφο χωρίς να ξεκαθαρίζει εκ των προτέρων με ποιο σχέδιο και με ποιες συμμαχίες θα κυβερνήσει, κινδυνεύει να δώσει την εντύπωση ότι πρώτα ψάχνει την αριθμητική και μετά την πολιτική. Γιατί οι κάλπες δεν δίνουν μόνο ποσοστά· ζητούν και καθαρές απαντήσεις.