Σε Βατερλό μετατρέπεται η υπόθεση τόσο για τον πρόεδρο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών όσο και για όσους βιάστηκαν να θριαμβολογήσουν για την απόφασή του στην υπόθεση των παρακολουθήσεων και δη στην περαιτέρω διερεύνηση του αδικήματος της κατασκοπείας.
Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, όχι μόνο στέλνει στο αρχείο την υπόθεση, αλλά κατακεραυνώνει και τον πρόεδρο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου για τα… δήθεν νέα επιβαρυντικά στοιχεία.
Με μια διάταξη-«φωτιά» ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός «καίει» όλες τις «αφορμές εξετάσεως» από μέρους του του αδικήματος της κατασκοπείας και υπενθυμίζει στον πρόεδρο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου τα δύο πορίσματα του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα Ζήση: «Μετά τη διενέργεια και ολοκλήρωση προκαταρκτικής εξέτασης, την οποία ενήργησε προσωπικώς (ο Αχιλλέας Ζήσης), επί δημοσιευμάτων του Τύπου, μηνυτηρίων αναφορών και μηνύσεων-εγκλήσεων, που αναφέρονταν στην υπόθεση προσβολών ατομικού απορρήτου και επικοινωνίας (υπόθεση “υποκλοπών”) και στην καταγγελλόμενη παράνομη λειτουργία του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator και υποκλοπή, δι’ αυτού, αρχείων και στοιχείων, από συσκευές κινητών τηλεφώνων διαφόρων προσώπων, με σκοπό την εξακρίβωση συνδρομής περίπτωσης κίνησης της ποινικής δίωξης, για αδικήματα του Ποινικού Κώδικα και των Ειδικών Ποινικών Νόμων, ο ανωτέρω αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με τα από 25-07- 2024 και 07-01-2025 πορίσματα προκαταρκτικής εξέτασης, που εξέδωσε, αφενός μεν παρήγγειλε την άσκηση ποινικής δίωξης, από τον εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, μόνο κατά των Φέλιξ ΜΠΙΤΖΙΟΥ, Sara Aleksandra HAMOU, Tal Jonathan DILIAN και Ιωάννη ΛΑΒΡΑΝΟΥ, για τις –εκ των καταγγελθεισών– αξιόποινες πράξεις, α) της επέμβασης σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από κοινού με τρίτα πρόσωπα, κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένης και σε απόπειρα, β) της αθέμιτης παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας, από κοινού με τρίτα πρόσωπα, κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένης και σε απόπειρα, και γ) της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένων, από κοινού με τρίτα πρόσωπα, κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένης και σε απόπειρα και αφετέρου, έθεσε, κατά τα λοιπά, τις ανωτέρω μηνυτήριες αναφορές και μηνύσεις – εγκλήσεις, στο αρχείο, κατά τα άρθρα 43 §§ 2 και 3 και 51 §§ 2 και 3 του ΚΠΔ, ως προς οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και οποιεσδήποτε άλλες αξιόποινες πράξεις, εκ των καταγγελλομένων, με την ειδική, ρητή και σαφή επισήμανση, ότι από το συνολικό αποδεικτικό υλικό της εξετασθείσας υπόθεσης προέκυψε ότι δεν υπήρξε εμπλοκή, με το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator ή οποιοδήποτε άλλο, παρόμοιο, λογισμικό κρατικής υπηρεσίας και δη της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ), της Αντιτρομοκρατικής (Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας - ΔΑΕΕΒ) και γενικότερα, της ΕΛ.ΑΣ. (υπουργείο Προστασίας του Πολίτη) ή οποιουδήποτε κρατικού λειτουργού».
Και αφού ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός τού υπενθυμίζει τα δύο πορίσματα, τον «μέμφεται» σε πολύ αυστηρό τόνο, αφενός γιατί δεν έλαβε υπ’ όψιν του τα δύο πορίσματα αλλά και γιατί «παρακωλύει και καθυστερεί την απόδοση της δικαιοσύνης», ζητώντας ουσιαστικά και τρίτη έρευνα για θέμα που έχει επιλυθεί, υπογραμμίζοντας: «Απέναντι σ’ αυτήν τη σαφή και κατηγορηματική απόφανση του πορίσματος του αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα ΖΗΣΗ, ο Δικαστής του δικάσαντος Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αντί νέου πράγματι στοιχείου, που θα έπρεπε, κατά την Ποινική Δικονομία, να προκύπτει και να αναδεικνύεται, με σαφήνεια, από την ακροαματική διαδικασία και μάλιστα, τέτοιου, από το οποίο να δικαιολογείται η ανάσυρση της αρχειοθετηθείσας δικογραφίας προκαταρκτικής εξέτασης, από το αρχείο, προβάλλει την –επί τη βάσει ασθενέστατων ενδείξεων και υπονοιών, ανάγκη, κατά την κρίση και την υπόδειξη και παραγγελία του– να διενεργηθεί και άλλη –τρίτη– έρευνα, με σκοπό την τυχόν ανεύρεση νέων ουσιωδών στοιχείων(...)».
Μέσω της διάταξής του, ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός καταλογίζει «παράβαση των διατάξεων της Ποινικής Δικονομίας» από την πλευρά του προέδρου του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου διότι: «Κατά ρητή αναφορά του Δικαστή του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στο σκεπτικό της ανωτέρω εκδοθείσας απόφασης (σελ. 1.845 απόφασης και πρακτικών), φέρονται να προκύπτουν, από μαρτυρικές καταθέσεις, κυρίως, δημοσιογράφων, οι οποίοι, επικαλούμενοι δημοσιογραφικό απόρρητο, αρνήθηκαν να αποκαλύψουν τις πηγές τους, “χάριν της ακώλυτης ελευθερίας του Τύπου”, πλην, όμως, κατά παράβαση των ρητών διατάξεων του άρθρου 224 του ΚΠΔ, εν προκειμένω, η προκαταρκτική εξέταση, που διενεργήθηκε από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα ΖΗΣΗ, για την όλη υπόθεση των “υποκλοπών”, στρεφόμενη, κατά παντός υπευθύνου, διέλαβε κάθε πιθανό εμπλεκόμενο, αυτουργό ή συμμέτοχο, στις ένδικες, αλλά και σε συναφείς, προς αυτές, πράξεις, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση ποινικής δίωξης και παραπομπή στο ακροατήριο για τις ανωτέρω αναφερόμενες ένδικες πράξεις, μόνο των γνωστών τεσσάρων ιδιωτών».
Σαθρά επιχειρήματα
Σχεδόν σε κάθε παράγραφο της διάταξης αναδεικνύονται με εμφατικό τρόπο τα σαθρά νομικά επιχειρήματα του προέδρου του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, βάσει των οποίων ζητήθηκε η διερεύνηση του αδικήματος της κατασκοπείας, και ειδικά στην καταγγελία του πρώην υπουργού Χρήστου Σπίρτζη, καθώς τονίζεται: «Το σκεπτικό της εκδοθείσας απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προς στήριξη της θέσης του, για τη διερεύνηση τυχόν τέλεσης του εγκλήματος της κατασκοπείας, τετελεσμένης ή σε απόπειρα (άρθρα 42 § 1, 148 του ΠΚ), επικαλείται τον ενώπιον αυτού ισχυρισμό του Χρήστου ΣΠΙΡΤΖΗ, πρώην υπουργού και ήδη παραστάντος προς υποστήριξη της κατηγορίας, κατά την εξέτασή του, επ’ ακροατηρίω, ότι διατηρούσε στη συσκευή κινητού τηλεφώνου του τα από 08-07- 2016, 08-07-2016 και 17-10-2016, τρία (3) μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (emails), των οποίων εκτυπώσεις παρέδωσε ο ίδιος, επ’ ακροατηρίω, κατά την ανωτέρω εξέτασή του και ακολούθως αυτά εισφέρθηκαν στα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία απευθύνονταν, μεταξύ άλλων, και στον Χρήστο ΣΠΙΡΤΖΗ, δεν επιβεβαιώθηκε, στο πλαίσιο κατάλληλης σχετικής έρευνας, στην εν λόγω τηλεφωνική συσκευή χρήση του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator, ώστε να είναι εξακριβωμένη και βέβαιη η απόπειρα περιέλευσης στην κατοχή ή στη γνώση του δράστη των σχετικών κρατικών απορρήτων, που φέρονται ότι περιέχονταν στην ανωτέρω συσκευή, αλλά, απλώς, προς απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού του, ο Χρήστος ΣΠΙΡΤΖΗΣ εκτύπωσε και παρέδωσε, επ’ ακροατηρίω, την 26-01-2026, τα ανωτέρω μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (emails), χωρίς ποτέ, προηγουμένως, να έχει επιβεβαιωθεί η ύπαρξή τους».
Για να καταλήξει ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός: «Δεν πρόκειται, δηλαδή, για νεότερα, ουσιώδη ή άγνωστα, στον κρίναντα εισαγγελικό λειτουργό, στοιχεία, από τα οποία, κατά την κρίση μας, να δικαιολογείται η ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο».