Η Κομισιόν επιταχύνει τις εκταμιεύσεις προς το Κίεβο, ενώ στις Βρυξέλλες αυξάνεται ο προβληματισμός για τα δημοσιονομικά κενά, τη συμμετοχή τρίτων χωρών και τον έλεγχο των ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Νέα δόση ύψους 3,3 δισ. ευρώ για αμυντικό εξοπλισμό προς την Ουκρανία ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ώρα που τα επαναλαμβανόμενα ελλείμματα στον ουκρανικό προϋπολογισμό και η περιορισμένη οικονομική συμμετοχή τρίτων χωρών προκαλούν αυξανόμενο προβληματισμό στις Βρυξέλλες.
Όπως ανακοίνωσε ο εκπρόσωπος Τύπου της Κομισιόν, Μπαλάς Ουζβάρι, η νέα εκταμίευση εντάσσεται στο πλαίσιο του δανείου που έχει εγκρίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση και αφορά κυρίως την προμήθεια drones και πυραύλων. Με τη συγκεκριμένη δόση, οι συνολικές εκταμιεύσεις της Κομισιόν προς την Ουκρανία μέσα στο 2026, συνυπολογίζοντας την αμυντική και τη δημοσιονομική στήριξη, προσεγγίζουν τα 15 δισ. ευρώ.
Από την έναρξη του πολέμου το 2022, η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της έχουν διαθέσει συνολικά 224,5 δισ. ευρώ για τη στήριξη της Ουκρανίας.
Στόχος τα 28,3 δισ. ευρώ για την άμυνα
Η Κομισιόν διαχωρίζει την έγκριση των χρηματοδοτικών και παραγωγικών εργαλείων από την πραγματική εκταμίευση των χρημάτων. Μέχρι σήμερα το βάρος είχε δοθεί κυρίως στη δημιουργία και την έγκριση των σχετικών μηχανισμών, ενώ πλέον η προτεραιότητα μετατοπίζεται σταδιακά στην υλοποίησή τους.
Για το 2026 ο στόχος στον αμυντικό τομέα παραμένει στα 28,3 δισ. ευρώ, από τα οποία έχουν ήδη διατεθεί 11,7 δισ. ευρώ. Η σχετική έγκριση για συστήματα Patriot δόθηκε την προηγούμενη εβδομάδα, ωστόσο η Κομισιόν δεν έχει ακόμη λάβει τα αντίστοιχα συμβόλαια, γεγονός που μεταθέτει χρονικά την εκταμίευση των συγκεκριμένων κονδυλίων.
Πίσω από τους αριθμούς της νέας δόσης, πάντως, αναδεικνύεται ένα ευρύτερο πρόβλημα, το οποίο αφορά τη δυνατότητα διατήρησης της χρηματοδότησης του Κιέβου στα σημερινά επίπεδα και τον επιμερισμό του κόστους μεταξύ της ΕΕ και των υπόλοιπων συμμάχων της Ουκρανίας.
Η ΕΕ ζητά μεγαλύτερη συμμετοχή από τρίτες χώρες
Ιδιαίτερη δυσκολία καταγράφεται ως προς την οικονομική συμμετοχή τρίτων χωρών. Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει ήδη ενταχθεί στο σχετικό δανειακό σχήμα, ενώ ο Καναδάς βρίσκεται σε τεχνικές συνομιλίες με την Κομισιόν.
Σύμφωνα με τον Μπαλάς Ουζβάρι, για τη συμμετοχή του Καναδά απαιτείται η χώρα να αποτελεί ουσιαστικό στρατιωτικό και οικονομικό υποστηρικτή της Ουκρανίας, να διαθέτει συμφωνία άμυνας με την Ένωση, όπως στο πλαίσιο του προγράμματος SAFE, και να συμμετέχει στο κόστος δανεισμού.
Η ενδεχόμενη ένταξη του Καναδά, ωστόσο, δεν συνεπάγεται αυτομάτως πρόσθετη χρηματοδότηση για το Κίεβο, καθώς δεν αυξάνεται το συνολικό ύψος του δανείου. Επιτρέπει κυρίως στην καναδική αμυντική βιομηχανία να συμμετέχει στις σχετικές προμήθειες χωρίς να απαιτείται παρέκκλιση.
Για τον λόγο αυτό η Κομισιόν εξακολουθεί να επιδιώκει ξεχωριστή οικονομική στήριξη από το Λονδίνο και την Οτάβα, κατά το πρότυπο της Νορβηγίας, η οποία έχει ήδη δεσμευθεί για περίπου 9 δισ. δολάρια για το 2027.
Η «τρύπα» στον ουκρανικό προϋπολογισμό
Το μεγαλύτερο ζήτημα αφορά πλέον τις χρηματοδοτικές ανάγκες της ίδιας της Ουκρανίας. Διπλωματικές πηγές στις Βρυξέλλες εκφράζουν ανησυχία για δημοσιονομικό κενό περίπου 27 δισ. στον ουκρανικό προϋπολογισμό και για την απουσία μεγαλύτερων συνεισφορών από χώρες όπως η Βρετανία, ο Καναδάς, οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία.
Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει αναφερθεί σε αντίστοιχου μεγέθους έλλειμμα στον προϋπολογισμό του 2026, με το Κίεβο να έχει ήδη απευθυνθεί σε Λονδίνο, Οτάβα και Τόκιο αναζητώντας πρόσθετη χρηματοδότηση.
Πρόκειται για το δεύτερο μεγάλο χρηματοδοτικό ζήτημα που ανακύπτει μέσα σε λίγους μήνες. Τον Αύγουστο είχε τεθεί θέμα ξεχωριστού ελλείμματος ύψους 23 δισ. ευρώ στο υπουργείο Άμυνας, με την ουκρανική κυβέρνηση να ζητά τότε από την Κομισιόν να προκαταβάλει μέρος της χρηματοδότησης που προοριζόταν για το 2027.
Η Επιτροπή δέχθηκε να επιταχύνει εκταμιεύσεις εντός του προβλεπόμενου ανώτατου ορίου για το 2026, χωρίς όμως να αλλάξει τη βασική λογική της κατανομής της χρηματοδότησης μεταξύ 2026 και 2027. Τα επαναλαμβανόμενα χρηματοδοτικά κενά αυξάνουν πλέον την πίεση πάνω σε αυτή την ισορροπία.
Διαφάνεια και έλεγχος των ευρωπαϊκών χρημάτων
Παράλληλα, στις Βρυξέλλες επανέρχεται η συζήτηση για τον έλεγχο των κονδυλίων που διοχετεύονται στην Ουκρανία. Το ζήτημα συνδέεται με τις έρευνες για διαφθορά στον ουκρανικό ενεργειακό τομέα και την επιχείρηση «Μίδας» των ουκρανικών αρχών.
Το Εθνικό Γραφείο κατά της Διαφθοράς της Ουκρανίας και η ειδική εισαγγελία έχουν ερευνήσει πρόσωπα με δεσμούς με την πολιτική εξουσία για υποθέσεις που αφορούν ξέπλυμα χρήματος και εκβιασμό εργολάβων της κρατικής εταιρείας πυρηνικής ενέργειας EnergoAtom. Η υπόθεση έχει ενισχύσει τις πιέσεις για αποτελεσματικότερους μηχανισμούς λογοδοσίας, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ανάγκες χρηματοδότησης της χώρας παραμένουν εξαιρετικά υψηλές.
Η Κομισιόν επιμένει στη στήριξη των ανεξάρτητων ουκρανικών θεσμών κατά της διαφθοράς, συνδέοντας τη λειτουργία τους τόσο με τη χρηματοδότηση όσο και με την ενταξιακή πορεία της Ουκρανίας στην ΕΕ. Η πρόσθετη ευρωπαϊκή βοήθεια συνοδεύεται, άλλωστε, από όρους που αφορούν τις μεταρρυθμίσεις, το κράτος δικαίου και τη διαφανή διαχείριση των χρημάτων.
Η χρηματοδότηση της Ουκρανίας μετά το 2027
Η συζήτηση υπερβαίνει πλέον τις άμεσες ανάγκες του Κιέβου. Στην πρόταση της Κομισιόν για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034 προβλέπεται ειδικό «Αποθεματικό Ουκρανίας», το οποίο μπορεί να φτάσει τα 88,9 δισ. ευρώ σε τιμές 2025, με ετήσιο ανώτατο όριο 13,5 δισ. ευρώ.
Η χρηματοδότηση προβλέπεται να συνδέεται με ρήτρες αιρεσιμότητας για το κράτος δικαίου, την καταπολέμηση της διαφθοράς και τη διαφανή αξιοποίηση των πόρων. Παράλληλα, κράτη μέλη έχουν ζητήσει αυστηρότερους μηχανισμούς ελέγχου στον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, καθώς οι δημοσιονομικές πιέσεις αυξάνονται και στο εσωτερικό της Ένωσης.
Η νέα εκταμίευση των 3,3 δισ. ευρώ επιβεβαιώνει ότι η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση προς την Ουκρανία συνεχίζεται, όμως η συζήτηση μετατοπίζεται σταδιακά στο πώς θα καλυφθούν οι επόμενες χρηματοδοτικές ανάγκες και πώς θα κατανεμηθεί το βάρος μεταξύ των συμμάχων του Κιέβου. Για την Κομισιόν, το στοίχημα είναι πλέον διπλό: να διατηρήσει τη ροή της στήριξης και ταυτόχρονα να ενισχύσει τους μηχανισμούς ελέγχου που θα επιτρέψουν στα κράτη μέλη να συνεχίσουν αυτή τη χρηματοδότηση σε βάθος χρόνου.