Έφυγαν το βράδυ για δουλειά. Επέλεξαν τη βραδινή βάρδια όχι από άνεση, αλλά από ανάγκη. Για να μπορούν το πρωί να μεγαλώνουν τα παιδιά τους. Να είναι εκεί. Να μη λείπουν. Να κρατάνε μια οικογένεια όρθια.

Πήγαν στη δουλειά για ένα μεροκάματο. Για τους λογαριασμούς. Για το ρεύμα, το ενοίκιο, τα φροντιστήρια, τα ρούχα που μικραίνουν γρήγορα, το σούπερ μάρκετ της εβδομάδας. Για όλα όσα κάνει κάθε άνθρωπος για να ζήσει με αξιοπρέπεια. Δεν πήγαν να ρισκάρουν τη ζωή τους. Πήγαν απλώς στη δουλειά τους.

Και δεν γύρισαν ποτέ.

Μια έκρηξη, που ακούστηκε σε ακτίνα χιλιομέτρων, έκοψε τη ζωή τους απότομα. Μέσα σε δευτερόλεπτα. Χωρίς προειδοποίηση. Χωρίς δεύτερη ευκαιρία. Σπίτια έκλεισαν. Παιδιά έμειναν να περιμένουν ανθρώπους που δεν θα ανοίξουν ξανά την πόρτα.

Και μέσα σε όλο αυτό το σκοτάδι, σκέφτεσαι και κάτι ακόμα. Αν δεν ήταν έξω εκείνοι οι άνθρωποι που όπως ακούστηκε, είχαν βγει για διάλειμμα, αν ήταν κι άλλοι μέσα, θα είχαν κλείσει κι άλλα σπίτια. Θα είχαν μείνει κι άλλα παιδιά ορφανά.

Έφυγαν για δουλειά. Και αυτό είναι το πιο σκληρό απ’ όλα.