Το τροχαίο στη Θεσσαλονίκη, με την 45χρονη επιχειρηματία που οδηγούσε μεθυσμένη την πολυτελή Porsche της, δεν είναι «άλλο ένα ατύχημα». Είναι ένα ακόμη έγκλημα στον δρόμο. Με αίμα, με θύματα, με διαλυμένες ζωές. Και με έναν κοινό παρονομαστή: την αλαζονεία του οδηγού.
Δεν φταίει η άσφαλτος, ούτε η τύχη. Φταίει η νοοτροπία. Το στιλ «πίνω και οδηγώ», «τρέχω γιατί μπορώ», «φεύγω από το σημείο γιατί θα με βρουν αργότερα». Είναι η ίδια νοοτροπία που επιμένει να πιστεύει ότι οι κανόνες ισχύουν για τους άλλους.
Η πολιτεία έχει κάνει την κίνησή της: αυστηρότερα πρόστιμα, περισσότερους ελέγχους, αλκοτέστ στους δρόμους, στέρηση διπλώματος και πινακίδων. Ακόμη και τηλεματικές συσκευές για να κόβεται η μίζα αν ο οδηγός έχει πιει. Δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι δεν υπάρχουν μέτρα. Υπάρχουν.
Κι όμως, οι αριθμοί δεν πέφτουν. Αντίθετα, κάθε χρόνο μετράμε περισσότερους νεκρούς. Γιατί; Επειδή εμείς, οι πολίτες, εξακολουθούμε να λειτουργούμε σαν να είμαστε υπεράνω του νόμου. Δεν κρατάμε αποστάσεις, δεν φοράμε ζώνη, μιλάμε στο τηλέφωνο, τρέχουμε. Και κυρίως: πίνουμε και οδηγούμε.
Η 45χρονη δεν ήταν εξαίρεση. Ήταν ο κανόνας που δεν θέλουμε να παραδεχτούμε. Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο: ότι όλοι αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας σε μικρές ή μεγάλες παραβάσεις, μέχρι που κάποιος γίνεται στατιστική.
Το τίμημα; Χιλιάδες ζωές κάθε χρόνο. Το 2022, πάνω από 650 νεκροί στους ελληνικούς δρόμους. Σώματα διαλυμένα, οικογένειες ρημαγμένες. Και το μόνο που αλλάζει είναι οι αριθμοί στις εκθέσεις της Τροχαίας.
Δεν φτάνουν οι νόμοι. Δεν φτάνουν οι κάμερες, ούτε τα πρόστιμα. Αν δεν αλλάξει η νοοτροπία μας, αν δεν αντιληφθούμε ότι ο δρόμος δεν είναι πεδίο επίδειξης αλλά χώρος ζωής, τότε όσα κι αν κάνει η κυβέρνηση θα καταλήγουν κενό γράμμα.
Το ερώτημα είναι σκληρό αλλά αναγκαίο: Θέλουμε πράγματι να σώσουμε ζωές ή προτιμάμε να παίζουμε τους άτρωτους μέχρι να γίνουμε οι επόμενοι νεκροί;
Η αλήθεια είναι πως κανένα Porsche, κανένα τιμόνι και κανένα ποτήρι δεν αξίζει όσο μια ανθρώπινη ζωή. Και μέχρι να το καταλάβουμε, τα δελτία τροχαίων θα συνεχίσουν να γράφονται σαν μαύρα ανακοινωθέντα πολέμου.