Νέα δεδομένα και μια σειρά από εύλογα ερωτήματα βάζει στην υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ το εσωτερικό πόρισμα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, γνωστό και ως «Έκθεση Τυχεροπούλου», το οποίο ήρθε στο προσκήνιο αφού πραγματοποιήθηκε στη Βουλή η συζήτηση και ψηφοφορία για τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής που είχαν ζητήσει ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά.

Πρόκειται για το πόρισμα που βασίζεται στη δικογραφία η οποία οδήγησε στην άρση ασυλίας δεκατριών βουλευτών και το οποίο συνέταξε η Παρασκευή Τυχεροπούλου, ειδική επιστήμονας που ορίστηκε από την εντεταλμένη Ευρωπαία Εισαγγελέα Πόπη Παπανδρέου.

Το πόρισμα παραδόθηκε στο γραφείο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2026, ενώ η άρση ασυλίας είχε ήδη πραγματοποιηθεί από τις 22 Απριλίου και η συζήτηση στη Βουλή για την προανακριτική έγινε στις 21 Μαΐου.

Οι εμπλεκόμενοι βουλευτές και οι συνήγοροί τους παρέλαβαν το πόρισμα μέσω της δικογραφίας και τότε έγινε αντιληπτό πως, για την πλειοψηφία των υποθέσεων που εξετάζονται, οι τηλεφωνικές επικοινωνίες που έγιναν προς τον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν προκάλεσαν καμία ζημία στα ευρωπαϊκά κονδύλια.

Δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα

Σύμφωνα με πληροφορίες από ανθρώπους που έχουν γνώση του πορίσματος, η κα Τυχεροπούλου εξετάζει συνολικά τις υποθέσεις 11 βουλευτών των οποίων ήρθη η ασυλία.

Για τις έξι από αυτές, στην έκθεση αποκλείεται κατηγορηματικά οποιαδήποτε ζημία στα ευρωπαϊκά κονδύλια. Για τις υπόλοιπες πέντε, το πόρισμα σημειώνει πως ακόμη και αν υπήρξε ζημία, αυτή δεν μπορεί να αποδειχθεί.

Έτσι, ενώ κατά την πρόταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας η ζημία του Δημοσίου συνολικά υπερβαίνει το 1.200.000 ευρώ, κατά την Έκθεση Τυχεροπούλου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι έχει βάση, στο σύνολό της για όλους τους βουλευτές φτάνει περίπου τις 115.000 ευρώ  σχεδόν το ένα δέκατο.

Άρα ακόμη και συνολικά δεν φτάνει στο όριο του κακουργήματος.

Όπως σημείωναν νομικοί κύκλοι, και στις δύο περιπτώσεις απουσιάζει η βασική προϋπόθεση που καθορίζει για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία το αν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα: ο «κίνδυνος για τα Ευρωπαϊκά Ταμεία».

Αν δεν διαπιστώνεται σχετικός κίνδυνος ή ζημία στα ευρωπαϊκά ταμεία, τότε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν μπορεί να ασκήσει δίωξη, καθώς η υπόθεση βγαίνει εκτός της αρμοδιότητάς της.

Τα ερωτήματα που δημιουργούνται

Η εξέλιξη αυτή προκαλεί δύο βασικά ερωτήματα, τα οποία έχουν τεθεί ήδη στο δημόσιο διάλογο από τους συνηγόρους των εμπλεκομένων, όπως ο κ. Δημητρακόπουλος, αλλά και από τα ίδια τα πρόσωπα των οποίων έχει αρθεί η ασυλία.

Το πρώτο και βασικό ερώτημα αφορά τη χρονική διάσταση:

Γιατί η συγκεκριμένη έκθεση παραγγέλθηκε μετά τη διαδικασία άρσης ασυλίας των 11 βουλευτών;

Η ασυλία των βουλευτών αίρεται στις 22 Απριλίου, ενώ η Έκθεση Τυχεροπούλου ζητήθηκε στις 28 Απριλίου.

Γιατί δεν ζητήθηκε πριν σταλεί η δικογραφία στη Βουλή, δηλαδή στις 30 Μαρτίου;

Και γιατί, ενώ η Έκθεση βρισκόταν ήδη στα γραφεία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στις 18 Μαΐου, δεν ελήφθη υπόψη κατά τη συζήτηση στη Βουλή στις 21 Μαΐου για μια υπόθεση που χαρακτηρίστηκε μάλιστα ως κακουργηματικής φύσεως;

Το δεύτερο ερώτημα που τίθεται τόσο από τους εμπλεκόμενους και τους συνηγόρους τους όσο και από την κυβέρνηση αφορά τις πολιτικές προθέσεις και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, συμπεριλαμβανομένου και του ΠΑΣΟΚ, που μιλούσαν για «κυβέρνηση υποδίκων» και για «εγκληματική οργάνωση υπό το Μαξίμου».

«Όταν μια υπόθεση πηγαίνει στη Δικαιοσύνη και είναι εν εξελίξει έρευνες και μάλιστα η συγκεκριμένη συντάκτρια της έκθεσης κάθε άλλο παρά φίλα προσκείμενη στην Κυβέρνηση μπορεί να χαρακτηριστεί, όταν είναι κάτι ανοιχτό στη Δικαιοσύνη, γιατί δεν περιμένουν; Γιατί βιάζονται να πολιτικοποιήσουν ένα ζήτημα;», σημείωσε ο Παύλος Μαρινάκης κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών.