Η εικόνα της ελληνικής Αριστεράς τα τελευταία χρόνια θυμίζει περισσότερο πεδίο εσωτερικών αναμετρήσεων παρά συγκροτημένη αντιπολιτευτική παράταξη.
Αν ανατρέξουμε στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν, στην αρχή ο Αλέξης Τσίπρας ήταν το πρόσωπο που κατάφερε να εκφράσει την οργή της κρίσης, να ενώσει ετερόκλητες συνιστώσες και να οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία.
Σήμερα, μετά την πρωτοφανή εκλογική καθίζηση του κόμματος και την παραίτηση Τσίπρα από την ηγεσία, ο ίδιος φέρεται να επιθυμεί πολιτική επαναφορά, χωρίς στο μεταξύ να έχει προχωρήσει σε ουσιαστική αυτοκριτική – ούτε κατ’ ελάχιστον. Παράλληλα, το τοπίο που άφησε πίσω του μόνο ενιαίο δεν είναι.
Η αρχή του τέλους
Η αποχώρηση Τσίπρα άνοιξε τον ασκό του Αιόλου. Το κόμμα που για χρόνια λειτουργούσε με έντονα προσωποκεντρικά χαρακτηριστικά βρέθηκε ξαφνικά χωρίς βασικό πολιτικό εκφραστή.
Στη θέση του εξελέγη αρχικά ο Στέφανος Κασσελάκης, μια επιλογή που παρουσιάστηκε ως ρήξη με το παλιό, αλλά στην πράξη επιτάχυνε τις φυγόκεντρες τάσεις. Η εκλογή του, μέσα από μια διαδικασία με έντονα επικοινωνιακά χαρακτηριστικά, δημιούργησε προσδοκίες ανανέωσης. Ωστόσο, το κόμμα όχι μόνο δεν ανέκαμψε δημοσκοπικά, αλλά βρέθηκε σε ακόμη πιο δύσκολη θέση, με απώλειες στελεχών και διαρκείς εσωτερικές τριβές.
Η διάσπαση δεν άργησε να έρθει. Μια ομάδα αποχωρησάντων στελεχών προχώρησε στη δημιουργία της Νέας Αριστεράς, με επικεφαλής τον Αλέξη Χαρίτση. Η κίνηση αυτή παρουσιάστηκε ως επιστροφή στις «ρίζες» της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς, απαλλαγμένης –όπως υποστηρίχθηκε– από αρχηγικές λογικές και πολιτικούς τακτικισμούς. Όμως ούτε εκεί τα πράγματα εξελίχθηκαν ομαλά.
Στο εσωτερικό της Νέας Αριστεράς διαμορφώθηκαν διαφορετικές ιδεολογικές τάσεις, με τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη να ακολουθεί τη δική του πολιτική και ιδεολογική πορεία, εκφράζοντας άτυπα την αριστερή τάση και αναδεικνύοντας τις υπόγειες διαφωνίες για τη στρατηγική και τις συμμαχίες του χώρου.
Αριστεροί «φύλαρχοι»
Την ίδια στιγμή, στον «μικρό» πλέον ΣΥΡΙΖΑ οι εσωκομματικές αντιθέσεις παραμένουν έντονες. Ο Παύλος Πολάκης εκφράζει ανοιχτά μια πιο σκληρή, ριζοσπαστική γραμμή, συχνά σε αντιπαράθεση με περισσότερο θεσμικές φωνές.
Απέναντί του, ο πρόεδρος Σωκράτης Φάμελλος επιχειρεί να ισορροπήσει μεταξύ αντιπολιτευτικής έντασης και πιο… απροσδιόριστων αντιπολιτευτικών τόνων.
Παράλληλα, διακριτό αλλά ουσιαστικό ρόλο διατηρεί ο Νίκος Παππάς, κομβικό στέλεχος της αρχικής ηγετικής ομάδας Τσίπρα, που εμφανίζεται να υπερασπίζεται τη συνεργασία των «προοδευτικών δυνάμεων, αλλά με συντεταγμένη πορεία του κόμματος», επιχειρώντας να κρατήσει γέφυρες τόσο στο εσωτερικό όσο και σε άλλους χώρους της Κεντροαριστεράς.
Ωστόσο, η επιμονή σε σχήματα συνεργασίας προσκρούει στην έλλειψη εμπιστοσύνης και την αδυναμία συγκρότησης ενός ενιαίου αφηγήματος. Στο βάθος όλων είναι η σκιά του Αλέξη Τσίπρα. Οι διαρροές και τα έμμεσα μηνύματα ότι σε μια ενδεχόμενη νέα προσπάθεια δεν θα χωρούν «παλιοί σύντροφοι» που τον στήριξαν στα δύσκολα χρόνια της διακυβέρνησης, δημιουργούν νέα ερωτήματα.
Πολλοί αναρωτιούνται αν πρόκειται για στρατηγική ανανέωσης ή για αναπαραγωγή της ίδιας προσωποκεντρικής αρχηγικής λογικής με διαφορετικούς όρους. Η ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει ότι οι ισορροπίες κρατήθηκαν όσο υπήρχε ένας αδιαμφισβήτητος πόλος εξουσίας. Με την αποδυνάμωσή του, οι «φύλαρχοι» του χώρου αναδύθηκαν με μεγαλύτερη αυτονομία.
Πολιτικοί παρατηρητές στον αριστερό χώρο υποστηρίζουν ότι οι παραπάνω παράγοντες δεν αφορούν μόνο πρόσωπα, αλλά περιγράφουν μια κουλτούρα πολιτικής οργάνωσης που βασίζεται σε μηχανισμούς, προσωπικές επιρροές και μικρούς κύκλους πιστών.
Από τις συνιστώσες του 3% μέχρι το κυβερνητικό κόμμα του 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ λειτούργησε συχνά ως άθροισμα ομάδων με διαφορετικές ιδεολογικές αναφορές. Όσο υπήρχε προοπτική εξουσίας, οι διαφορές αμβλύνονταν. Όταν αυτή χάθηκε, επανήλθαν στην επιφάνεια με μεγαλύτερη ένταση. Το αποτέλεσμα είναι ένας κατακερματισμένος αριστερός χώρος, όπου κάθε τάση υπερασπίζεται το «μαγαζάκι» της.
Αναξιοπιστία
Η πολυδιάσπαση αποδυναμώνει τη συνολική απήχηση και ενισχύει την εικόνα αναξιοπιστίας. Οι πολίτες που αναζητούν πολιτική έκφραση στην Αριστερά δυσκολεύονται να διακρίνουν σαφές πρόγραμμα και ενιαία στρατηγική. Αντί για εναλλακτική πρόταση συνεργασιών, βλέπουν εσωτερικές διαμάχες και προσωπικές φιλοδοξίες.
Η συγκεκριμένη συνεχής πολιτική κρίση δεν είναι μόνο οργανωτική αλλά και βαθιά πολιτική. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα που κυβέρνησε σε συνθήκες μνημονίων και συμβιβασμών, κουβαλά αντιφάσεις. Άλλοι επιθυμούν επιστροφή σε πιο ριζοσπαστικό λόγο, άλλοι στροφή προς τον ρεαλισμό και τις συνεργασίες. Χωρίς καθαρή απάντηση στο ερώτημα «τι κόμμα θέλουμε να είμαστε», η αντιπαράθεση αναπαράγεται.
Πολλά στελέχη της Αριστεράς αναρωτιούνται αν υπάρχει δυνατότητα ανασύνθεσης. Μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας να επανέλθει ως ενοποιητικός παράγοντας και να βρουν κοινό βηματισμό όλες οι σπαρασσόμενες δυνάμεις; Η απάντηση δεν αφορά μόνο τα πρόσωπα αλλά και τη φυσιογνωμία της ελληνικής Κεντροαριστεράς συνολικά.
Σε ένα πολιτικό σύστημα που μεταβάλλεται, η αδυναμία συγκρότησης αξιόπιστης αντιπολίτευσης αφήνει σαφέστατα κενό εκπροσώπησης. Αν ο χώρος δεν υπερβεί τις προσωπικές στρατηγικές και δεν διαμορφώσει συνεκτικό σχέδιο, κινδυνεύει να παγιωθεί στην ανυποληψία.
Οι «αριστεροί φύλαρχοι», πάντως, μπορεί να διατηρούν τις εσωτερικές τους επιρροές σε έναν μικρό κύκλο, αλλά η κοινωνική απήχηση δεν κατακτάται με μηχανισμούς. Απαιτεί πειστικό λόγο, αυτοκριτική και προγραμματική σαφήνεια. Αλλιώς, τα διάφορα… τσαντίρια θα παραμένουν σύμβολο μιας παράταξης που κάποτε κυβέρνησε και τώρα κινδυνεύει να μείνει και εκτός Βουλής.


