Πριν από ακριβώς οκτώ χρόνια, Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018, η τραγωδία στο Μάτι καταγράφηκε ακόμα και από τους δορυφόρους της NASA.
Εκατομμύρια χιλιόμετρα κάτω από τα ψηφιακά στίγματα καπνού και τα ίχνη της φλόγας, 104 ζωές εξαφανίζονταν. Στο Μάτι ο ουρανός είχε γίνει πορτοκαλί, έπειτα κόκκινος, μετά μαύρος.
Ανθρωποι έτρεχαν ανάμεσα σε λαμπαδιασμένα πεύκα, σπίτια και αυτοκίνητα, χωρίς να ξέρουν προς τα πού. Κανείς δεν τους είχε πει ποιος δρόμος οδηγεί στη θάλασσα και ποιος σε αδιέξοδο. Οικογένειες κρατήθηκαν χέρι χέρι μέχρι το τέλος και πέθαναν αγκαλιασμένες. Παιδιά πνίγηκαν λίγα μέτρα από την ακτή, δίπλα στους γονείς τους, που ήταν ή νεκροί ή ανήμποροι να τα σώσουν. Αυτό είναι ένα απειροελάχιστο μέρος της αλήθειας που μπορεί να μεταφερθεί στο χαρτί. Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σκληρή, πολύ πιο απάνθρωπη, πολύ πιο μαύρη και σκοτεινή από τις δορυφορικές εικόνες.
Η εγκληματική αδράνεια και οι διαχρονικές παθογένειες
Το Μάτι δεν ήταν φυσική καταστροφή. Ηταν η συνάντηση μιας εγκληματικής αδράνειας με μια χώρα χτισμένη στην αυθαιρεσία. Δεν υπήρχε σχέδιο εκκένωσης, δεν υπήρχε έγκαιρη ενημέρωση των κατοίκων, δεν υπήρχε καν στοιχειώδης αντίληψη του κινδύνου παρότι η πρόγνωση επικινδυνότητας ήταν ήδη στο ανώτατο επίπεδο από την προηγούμενη μέρα. Η αίτηση για εναέρια επιτήρηση και πυρόσβεση, όπως αποδείχθηκε και στη δίκη, στάλθηκε ώρες αργότερα απ’ όσο έπρεπε.
Ο δαιδαλώδης, χωρίς σχέδιο πόλης οικισμός, χτισμένος πάνω σε πευκοδάση χωρίς αντιπυρικές ζώνες και δρόμους διαφυγής, έκανε το υπόλοιπο: όσοι δεν προλάβαιναν να φτάσουν στη θάλασσα παγιδεύονταν σε αδιέξοδα στενά που κάποιος, κάποτε, είχε εγκρίνει.
Η διαχείριση της κρίσης και η πολιτική ευθύνη
Ολα αυτά συνέθεσαν την εθνική τραγωδία για την οποία η τότε κυβέρνηση, αμέσως μόλις άρχισε να αντιλαμβάνεται τι συνέβαινε, παρόντος του Αλέξη Τσίπρα, κατέγραψε μία από τις βαθύτερες ελλείψεις της, οι οποίες συνυπολογίστηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό ως ένα από τα αίτια της μιας ακόμα εκλογικής της αποτυχίας, όπως καταγράφηκε.
Δεν θεωρήθηκε υπεύθυνη για την πρόκληση της τραγωδίας, ούτε και είχε απέναντί της μια αντιπολίτευση να της κραυγάζει ότι είναι «δολοφόνος» με όλους τους πιθανούς και απίθανους τρόπους όπως έκανε η ίδια στην επόμενη τραγωδία (Τέμπη) από τη θέση της αντιπολίτευσης. Θεωρήθηκε (και ήταν) απολύτως υπεύθυνη για τη διαχείριση της τραγωδίας.
Για το γεγονός ότι παρά την ύπαρξη νεκρών –όχι θεωρητικά, είχαν ήδη μοιραστεί οι πρώτες μαύρες σακούλες για τη διακομιδή των σορών στα νοσοκομεία– ο Αλέξης Τσίπρας, από τη θέση του προεδρεύοντος σε εκείνη την άθλια σύσκεψη, είχε θέσει ως βασική προτεραιότητα τη διαχείριση του πολιτικού κόστους και όχι την αλήθεια προς την ελληνική κοινωνία.
Η σκηνοθετημένη σύσκεψη και η επικοινωνιακή τακτική
Το πόρισμα του ανακριτή που διερεύνησε την υπόθεση αποκάλυψε αργότερα, με τον πιο επίσημο τρόπο, ότι η τότε ηγεσία της χώρας γνώριζε για την ύπαρξη νεκρών τουλάχιστον από τις 18:36 της ίδιας ημέρας. Ωρες αργότερα, κοντά στα μεσάνυχτα, ο Α. Τσίπρας συγκάλεσε την περίφημη σύσκεψη στο Εθνικό Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων, μια σύσκεψη που, όπως έχει αποκαλυφθεί, είχε πρωτίστως επικοινωνιακό στόχο.
Δεν ήταν το επιτελείο μιας κυβέρνησης που διαχειρίζεται μια εθνική τραγωδία σε εξέλιξη· ήταν η σκηνοθεσία ενός δήθεν ελέγχου, τη στιγμή που δεκάδες σοροί περίμεναν ακόμη να ταυτοποιηθούν. «Πότε θα ξαναπετάξουν αεροσκάφη;», είχε ρωτήσει και είχε κάνει τους πάντες ακόμα και τα στελέχη της δικής του κυβέρνησης να στρέψουν το βλέμμα τους στο κενό, από ντροπή κι αμηχανία.
Σύμφωνα με μετέπειτα πολιτικές αναλύσεις, όταν ολοκληρώθηκε ο κυβερνητικός κύκλος ΣΥΡΙΖΑ, το «σόου» αυτό δεν ήταν παρεκτροπή μιας δύσκολης στιγμής· ήταν η φυσική συνέχεια μιας πολιτικής κουλτούρας για την οποία η διαχείριση εντυπώσεων προηγείται πάντα της διαχείρισης της πραγματικότητας. Ο ίδιος ο Τσίπρας, μιλώντας αργότερα δημόσια για την κριτική που δέχθηκε εκείνες τις ημέρες, τη χαρακτήρισε εν τέλει «επωφελή» για την εικόνα της κυβέρνησης – μια ομολογία, ουσιαστικά, ότι το πολιτικό κόστος ήταν πράγματι η κύρια έγνοια, ακόμα κι όταν προσπαθούσε να το αρνηθεί.
Η ετυμηγορία της Δικαιοσύνης
Η Δικαιοσύνη, επτά χρόνια μετά, το περασμένο καλοκαίρι, απεφάνθη και σε επίπεδο Εφετείου, ότι υπεύθυνοι ήταν ορισμένοι εκ των αξιωματικών της Πυροσβεστικής. Δέκα ένοχοι, πρώην υψηλόβαθμοι αξιωματικοί της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, και έντεκα αθώοι, εκπρόσωποι της Αυτοδιοίκησης, ανάμεσά τους και η τότε περιφερειάρχης και σημερινή πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ –ό,τι και αν έχει απομείνει από αυτήν– Ρένα Δούρου.
Η απουσία συγγνώμης και η αποτίμηση
Οκτώ χρόνια μετά, ο Αλέξης Τσίπρας δεν έχει ζητήσει ποτέ συγγνώμη για το Μάτι. Ανέλαβε, κάποιους μήνες αργότερα και έπειτα από ερώτηση δημοσιογράφου στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης, μια αόριστη «πολιτική ευθύνη».
Ο,τι και αν σημαίνει αυτό, στη συγκεκριμένη περίπτωση του προέδρου της ΕΛΑΣ ανήκει στη λίστα όλων όσα θέλει να ξεχάσει. Οχι μόνο ο ίδιος, αλλά να πείσει και το εκλογικό σώμα ότι δεν συνέβησαν ποτέ. Ή αν συνέβησαν, τα έκανε να φαίνονται έτσι η κυβέρνηση Μητσοτάκη…