Το «Μητσοτάκης ή χάος» είναι ένας εύκολος τρόπος με τον οποίο περιγράφουν δημοσιογράφοι και στελέχη κομμάτων της αντιπολίτευσης το πολιτικό αφήγημα που επιχειρεί να οικοδομήσει ο πρωθυπουργός ενόψει των εκλογών του 2027. Ίσως να βολεύει έτσι, ώστε στη συνέχεια να μπορούν να μιλάνε για αλαζονεία ή για πολιτικό εκβιασμό. Ωστόσο ποτέ δεν έχει διατυπωθεί έτσι κανένα δίλημμα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μιλά για κάτι διαφορετικό: για σταθερότητα απέναντι στην αβεβαιότητα, για κυβερνησιμότητα απέναντι σε πειραματισμούς και, τελικά, για την επιλογή ενός Πρωθυπουργού που γνωρίζει ήδη το βάρος της διακυβέρνησης.
Στη ΔΕΘ το μήνυμα έγινε ακόμη σαφέστερο. Ο στόχος της αυτοδυναμίας παρουσιάστηκε ως η μόνη, κατά τον ίδιο, λύση για μια σταθερή κυβέρνηση, ενώ η επιχειρηματολογία συνδέθηκε και με την ανησυχητική κατάσταση στο διεθνές περιβάλλον. Η Ελλάδα αναλαμβάνει την προεδρία της ΕΕ τον Ιούλιο του 2027 και, όπως τόνισε ο πρωθυπουργός, η συγκυρία δεν προσφέρεται για κυβερνητική αστάθεια.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της πολιτικής στρατηγικής του και στηρίζεται στην λογική, αφού αυτή τουλάχιστον την στιγμή δεν υπάρχει κόμμα που να μπορεί να ισχυριστεί με σοβαρότητα ότι μπορεί να ξεπεράσει στις εκλογές την ΝΔ, ότι διαθέτει εναλλακτική, ότι μπορεί να αποσαφηνίσει για το τι, πως και με ποιους θα το κάνει. Αντίθετα τα κόμματα της Αντιπολίτευσης, ανάμεσα στα οποία δυστυχώς και το ΠΑΣΟΚ, αποκλείουν συνεργασία με την ΝΔ και ταυτόχρονα δεν μιλάνε και μεταξύ τους ανά δύο. Είναι σαφές δε, ότι με τα δημοσκοπικά ποσοστά που βλέπουμε σήμερα δεν προκύπτει Κυβέρνηση χωρίς την ΝΔ.
Ο Μητσοτάκης δεν χρειάζεται να πείσει τον ψηφοφόρο ότι οι αντίπαλοί του θα οδηγήσουν αναγκαστικά τη χώρα στο «χάος». Του αρκεί να δημιουργήσει μια απλή σύγκριση: η δική του διακυβέρνηση είναι μια γνωστή ποσότητα, ενώ η εναλλακτική είτε δεν υπάρχει, είτε εμπεριέχει μεγαλύτερο ρίσκο γιατί θα αποτελεί μια συνάντηση ανομοιογενών δυνάμεων σε μια αντι-Μητσοτάκη βάση και όχι σε μια υπεύθυνη προγραμματική σύγκλιση για την πρόοδο της χώρας.
Το επιχείρημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή το διεθνές περιβάλλον έχει αλλάξει δραματικά. Η Ευρώπη επανεξετάζει τις αμυντικές της προτεραιότητες, ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει ανατρέψει παλιές βεβαιότητες, η Μέση Ανατολή παραμένει εστία αστάθειας και η Τουρκία διατηρεί αυξημένο γεωπολιτικό βάρος.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μάλιστα, αναγνωρίζει τον αυξανόμενο ρόλο της Τουρκίας στη Μαύρη Θάλασσα, την Ουκρανία, τον Νότιο Καύκασο και τη Μέση Ανατολή, ενώ παράλληλα καταγράφει προβλήματα στις σχέσεις της με την ΕΕ και τους συμμάχους. Οι σχέσεις της χώρας με τη σταθερά προκλητική Τουρκία βρίσκονται σε ένα κρίσιμο σημείο.
Για την Ελλάδα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Η γεωγραφία της χώρας δεν της επιτρέπει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει την εξωτερική πολιτική ως ένα ακόμη πεδίο εσωτερικής κομματικής αντιπαράθεσης. Η άμυνα, οι συμμαχίες, η ενεργειακή ασφάλεια, οι σχέσεις με την Τουρκία και η θέση της Ελλάδας μέσα στην Ευρώπη και το ΝΑΤΟ αποκτούν μεγαλύτερο βάρος όταν το διεθνές σύστημα γίνεται λιγότερο προβλέψιμο.
Αυτό σημαίνει, όμως, ότι η έννοια της σταθερότητας αποκτά μεγαλύτερη πολιτική αξία. Και εδώ ο πρωθυπουργός διαθέτει ένα πλεονέκτημα που δύσκολα μπορούν να αγνοήσουν οι αντίπαλοί του: έχει ήδη κυβερνήσει σε κρίσεις.
Μπορεί κάποιος να κρίνει αυστηρά τις επιδόσεις του, να διαφωνεί με τις επιλογές του ή να θεωρεί ότι μετά από επτά χρόνια η χώρα χρειάζεται αλλαγή. Δεν μπορεί, όμως, να υποστηρίξει ότι αποτελεί άγνωστη ποσότητα και ότι η αμυντική και εξωτερική πολιτική της Κυβέρνησής του έχουν θωρακίσει την χώρα, όσο τίποτα. Όπως το ίδιο ισχύει και για την πρόοδο της οικονομίας, την άνοδο της φερεγγυότητας της χώρας που αναγνωρίζονται διεθνώς.
Το πρόβλημα για τη Νέα Δημοκρατία βρίσκεται αλλού. Η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι πραγματική. Η ΝΔ, από το 40,5% του 2023, κινείται πλέον στο 30% και αυτό οφείλεται βασικά στην ακρίβεια, στο ύψος εισοδημάτων, στα προβλήματα της καθημερινότητας.
Επομένως, ο Μητσοτάκης βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη αντίφαση: πρέπει να υπερασπιστεί τη συνέχεια χωρίς να εμφανιστεί ως υπερασπιστής της στασιμότητας. Το «σταθερότητα ή χάος» μπορεί να λειτουργήσει στον ψηφοφόρο που φοβάται την ακυβερνησία, αλλά πολύ λιγότερο σε εκείνον που αισθάνεται ότι η δική του καθημερινότητα είναι ήδη γεμάτη αβεβαιότητα. Για τον δεύτερο, το ερώτημα δεν είναι ποιος θα αποτρέψει το χάος. Είναι ποιος μπορεί να αλλάξει την κατάσταση χωρίς να διακινδυνεύσει την κυβερνησιμότητα.
Αυτό είναι και το μεγάλο στοίχημα της αντιπολίτευσης. Για να ηττηθεί πολιτικά το αφήγημα Μητσοτάκη, δεν αρκεί να καταγγελθεί ως «εκβιαστικό δίλημμα». Χρειάζεται να δοθεί πειστική απάντηση στο ερώτημα ποιος μπορεί να προσφέρει αλλαγή χωρίς ακυβερνησία, ανανέωση χωρίς περιπέτεια και διαφορετική πολιτική χωρίς να αυξήσει το ρίσκο σε μια ήδη ασταθή γεωπολιτική περίοδο.
Με όσα έχουμε δει αναφερόμαστε μάλλον σε δύσκολο να μπορεί να υπάρξει. Μην ξεχνάμε. Η κλεψύδρα έχει γυρίσει και ο χρόνος κυλάει αμείλικτα προς την ώρα της κάλπης.
Γι' αυτό το πραγματικό δίλημμα των επόμενων εκλογών πιθανότατα θα είναι: Αλλαγή χωρίς να διακινδυνεύσουμε τη σταθερότητα ή σταθερότητα παρά τη δυσαρέσκεια; Και όσο ο κόσμος γύρω από την Ελλάδα γίνεται πιο ασταθής, τόσο η δεύτερη επιλογή αποκτά ένα επιπλέον πλεονέκτημα.
Ο Μητσοτάκης δεν χρειάζεται να πείσει τους πολίτες ότι όλα πάνε καλά. Χρειάζεται να τους πείσει ότι, σε έναν κόσμο που πηγαίνει ολοένα και λιγότερο καλά, η αλλαγή κυβέρνησης με πολιτικό υποκείμενο που δεν υπάρχει, αποτελεί μεγαλύτερο ρίσκο από τη συνέχιση της δικής του διακυβέρνησης.
Αυτό είναι το πραγματικό εκλογικό στοίχημα του 2027.