Ο ανακριτής της τραγωδίας στο Μάτι που επέμεινε σε βαρύτερες κατηγορίες για τους υπευθύνους, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με πειθαρχικό έλεγχο και δυσμενή μετάθεση.

Σχεδόν οκτώ χρόνια από τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι, όπου έχασαν τη ζωή τους 104 άνθρωποι ενώ προκλήθηκαν σοβαρά εγκαύματα σε 57 και με αμετάκλητες καταδίκες για 10 από τους 21 συνολικά κατηγορούμενους ως υπεύθυνους της τραγωδίας, αίσθηση προκαλεί η φήμη ότι ο ανακριτής που έδωσε μάχη για τιμωρία των ενόχων ελέγχεται για… πειθαρχικό παράπτωμα και είναι «επαπειλούμενος» με δυσμενή μετάθεση!

Πρόκειται για τον πρόεδρο πρωτοδικών Αθανάσιο Μαρνέρη, ο οποίος σήκωσε στους ώμους του το βάρος της ποινικής διερεύνησης μιας δυσχερούς από κάθε άποψη υπόθεσης και βρέθηκε ουκ ολίγες φορές στη «δίνη του κυκλώνα», όταν υπέβαλε τρεις φορές στη διάρκεια του ανακριτικού έργου του αίτημα προς τον αρμόδιο εισαγγελέα για αναβάθμιση της κατηγορίας από πλημμέλημα σε κακούργημα.

Η τραγωδία στο Μάτι έγινε στις 23 Ιουλίου 2018 και ένα χρόνο μετά, στην πολυσέλιδη πρότασή του, ο εισαγγελέας ζητούσε την παραπομπή 27 ατόμων ως υπαιτίων για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και της σωματικής βλάβης κατά συρροή, μεταξύ αυτών ήταν ο αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος, ο υπαρχηγός, ο γ.γ. της Πολιτικής Προστασίας, η τότε περιφερειάρχης Αττικής Ρένα Δούρου, ο δήμαρχος Μαραθώνα Ηλίας Ψηνάκης και ο δήμαρχος Ραφήνας Ευάγγελος Μπουρνούς.

Ο κ. Μαρνέρης, μελετώντας στη συνέχεια τη δικογραφία που είχε σχηματισθεί και καθώς προχωρούσε την ανάκριση και ανακάλυπτε νέα στοιχεία που φώτιζαν ακόμη περισσότερο τα γεγονότα, ζήτησε τρεις φορές συνολικά την αναβάθμιση της κατηγορίας σε κακούργημα, που αφορούσε την έκθεση των ανθρώπων σε κίνδυνο με ενδεχόμενο δόλο, ιδιαίτερα για ορισμένα στελέχη της Πυροσβεστικής και της Πολιτικής Προστασίας, επικαλούμενος νεότερα στοιχεία τα οποία στηρίζονταν σε καταθέσεις συγγενών θυμάτων και σύμφωνα με τα οποία «θεμελιώνονταν εγκληματικές παραλείψεις, κυρίως σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των εναέριων μέσων».

Ο ανακριτής και στα τρία αιτήματά του επέμενε ότι οι παραλείψεις βαρύνουν στελέχη της Πυροσβεστικής κυρίως, αλλά και της Πολιτικής Προστασίας και στα τρία στάδια της φονικής πυρκαγιάς, την έναρξή της, τη διαχείριση της κατάσβεσης και, τέλος, το στάδιο της διάσωσης των ανθρώπων που έζησαν την πύρινη κόλαση και αυτός ήταν ο λόγος που ζητούσε αναβάθμιση.

Ειδικότερα στο τρίτο και τελευταίο αίτημά του, που και αυτό είχε την τύχη των δυο προηγούμενων, δηλαδή να απορριφθεί με το αιτιολογικό ότι δεν προέκυψαν νέα στοιχεία που να τεκμηριώνουν το αδίκημα του κακουργήματος, ο ανακριτής κ. Μαρνέρης και όσον αφορά τα στελέχη της Πυροσβεστικής και της Πολιτικής Προστασίας επεσήμανε μεταξύ άλλων:

«Η θέση που κατείχαν τους καθιστούσαν γνώστες του κινδύνου στον οποίο εξέθεταν τους κατοίκους και τους επισκέπτες της περιοχής, κίνδυνο που προφανώς αποδέχτηκαν, αφού ενώ είχαν τη δυνατότητα να πράξουν διαφορετικά, δεν έπραξαν. Δηλαδή αν και είχαν στη διάθεσή τους μέσα και χρόνο, γνώριζαν φυσικά την επικινδυνότητα της κατάστασης και μάλιστα γνώριζαν την ιδιομορφία της περιοχής που καθιστούσε άμεσο τον κίνδυνο για ανθρώπινες ζωές, κωλυσιέργησαν σε σημείο που επέδειξαν εγκληματική αδιαφορία, που στοιχειοθετεί τουλάχιστον τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, ο οποίος και αρκεί στην περίπτωση της κακουργηματικής μορφής της έκθεσης».

Ωστόσο, η Εισαγγελία άλλη μια φορά, με διαφορετικό εισαγγελέα να κρίνει κάθε φορά το αίτημα του ανακριτή, το απέρριψε τονίζοντας μεταξύ άλλων: «Αν υπήρχαν τα απαραίτητα από τον νόμο στοιχεία, η Εισαγγελία, ειδικά για μία τόσο σοβαρή υπόθεση, θα προχωρούσε στην άσκηση των ανάλογων βαρύτερων διώξεων».

Ετσι οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν για πλημμέλημα και σε δεύτερο βαθμό, μόνο που με τη δευτεροβάθμια απόφαση κάποιοι πήγαν φυλακή ενώ κάποιοι εκ των αρχικών κατηγορουμένων είχαν αθωωθεί ομόφωνα και δεν κάθισαν ξανά στο εδώλιο.

Οι δικαστές του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων πριν από έναν χρόνο κήρυξαν ενόχους 10 κατηγορουμένους κατά περίπτωση για τις κατηγορίες της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, της πρόκλησης σωματικών βλαβών εξ αμελείας και του εμπρησμού από αμέλεια.

Ενοχοι, όπως και πρωτοδίκως, κρίθηκαν οι Σωτήρης Τερζούδης, τότε αρχηγός της Πυροσβεστικής, Βασίλης Ματθαιόπουλος, τότε υπαρχηγός, Ιωάννης Φωστιέρης, τότε επικεφαλής του ΕΣΚΕ, και Ιωάννης Καπάκης (τότε γενικός γραμματέας Πολιτικής Προστασίας), οι οποίοι όμως με την απόφαση αυτήν οδηγήθηκαν στη φυλακή, με τη συνολική ποινή φυλάκισης που τους επιβλήθηκε να φτάνει τα 340 έτη, εκ των οποίων θα εκτίσουν 5, καθώς δεν δόθηκε το δικαίωμα αναστολής.

Ενοχοι κρίθηκαν ακόμη οι Νικόλαος Παναγιωτόπουλος, τότε διοικητής Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Αθηνών, Χαράλαμπος Χιώνης, τότε διοικητής Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Ανατολικής Αττικής και Κωνσταντίνος Αγγελόπουλος, ο άνθρωπος από την αυλή του οποίου ξεκίνησε η φωτιά.

Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίθηκαν ένοχοι, σε αντίθεση με τον πρώτο βαθμό, και οι Χρήστος Γκολφίνος, τότε διευθυντής του «199», Φίλιππος Παντελεάκος, τότε διευθυντής του Κέντρου Επιχειρήσεων Πολιτικής Προστασίας, και Δαμιανός Παπαδόπουλος, τότε διοικητής του Πυροσβεστικού Σταθμού Νέας Μάκρης, ένοχος κατά πλειοψηφία.