Στους Δελφούς, σχετικά με τις ανανεώσεις θητειών, η Λάουρα Κοβέσι επέμεινε ότι ο ελληνικός νόμος είναι μια… τυπική διαδικασία.

Στο πλαίσιο της σκόπιμης ασάφειάς της –είτε για να τους έχει όλους ικανοποιημένους είτε για πετύχει όσο το δυνατόν περισσότερες εθελοντικές (το τονίζω) συμμετοχές από τα κράτη-μέλη και ενσωματώσεις των Κανονισμών της στα εθνικά δίκαια– η ΕΕ εξέδωσε στις 12 Οκτωβρίου 2017 τον Κανονισμό 2017/1939 για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Ο Κανονισμός αυτός είναι λεπτομερής όσον αφορά τον διορισμό των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων, αλλά εντέχνως παραλείπει την αναφορά στον τρόπο ανανέωσης των θητειών των εισαγγελέων. Πρόκειται για μια τόσο ηχηρή παράλειψη, που αυτονόητα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ανανέωση αποτελεί νέο διορισμό. Παρά το γεγονός ότι δεν είναι θέμα προσώπων –καθώς προβλέπεται πως οι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς λαμβάνουν οδηγίες από τον Γενικό Ευρωπαίο Εισαγγελέα (άρα διατηρούν ένα διαφορετικό στάτους από τους υπόλοιπους συναδέλφους τους)– και παρά το γεγονός ότι υπάρχουν και άλλοι άξιοι εισαγγελείς για να υπηρετήσουν σε αυτές τις θέσεις και να προσφέρουν από αυτές, αξίζει να δούμε τι προβλέπουν τόσο ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός, όσο και ο ελληνικός νόμος με τον οποίο υιοθετήθηκε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Στο Αρθρο 17 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού, περί διορισμού και παύσης των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων, αναφέρεται:

1. Κατόπιν πρότασης του (της) Ευρωπαίου(-ας) Γενικού(-ής) Εισαγγελέα, το συλλογικό όργανο διορίζει τους (τις) Ευρωπαίους(-ες) Εντεταλμένους(-ες) Εισαγγελείς που προτείνουν τα κράτη μέλη. Το συλλογικό όργανο μπορεί να απορρίψει ένα πρόσωπο που προτάθηκε εάν δεν πληροί τα κριτήρια της παραγράφου

2. Η θητεία των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων είναι πενταετής και μπορεί να ανανεωθεί. (Σ.σ.: «μπορεί», αλλά δεν είναι υποχρεωτικό, ούτε αναφέρεται το πώς).

3. Οι Ευρωπαίοι(-ες) Εντεταλμένοι(-ες) Εισαγγελείς από τη στιγμή του διορισμού τους σε θέση Ευρωπαίου(-ας) Εντεταλμένου(-ης) Εισαγγελέα έως την παύση τους είναι ενεργά μέλη της εισαγγελικής αρχής ή του δικαστικού σώματος των αντίστοιχων κρατών μελών που τους (τις) πρότειναν. Παρέχουν εχέγγυα ανεξαρτησίας και οφείλουν να διαθέτουν τα αναγκαία προσόντα και την ανάλογη πρακτική πείρα στο εθνικό νομικό τους σύστημα.

4. Το συλλογικό όργανο παύει έναν (μια) Ευρωπαίο(-α) Εντεταλμένο(-η) Εισαγγελέα εάν διαπιστώσει ότι αυτός (-ή) δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις της παραγράφου 2 ή δεν είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντά του (της) ή έχει κριθεί ένοχος(-η) σοβαρού παραπτώματος.

5. Εάν ένα κράτος μέλος αποφασίσει να παύσει από τα καθήκοντά του (της) ή να κινήσει πειθαρχική διαδικασία κατά εθνικού(-ής) εισαγγελέα που έχει διοριστεί Ευρωπαίος(-α) Εντεταλμένος(-η) Εισαγγελέας για λόγους που δεν συνδέονται με τις αρμοδιότητές του (της) που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό, ενημερώνει τον (την) Ευρωπαίο(-α) Γενικό(-ή) Εισαγγελέα πριν ενεργήσει. Ενα κράτος μέλος δεν μπορεί να παύσει από τα καθήκοντά του (της) ή να κινήσει πειθαρχική διαδικασία κατά Ευρωπαίου(-ας) Εντεταλμένου(-ης) Εισαγγελέα για λόγους που συνδέονται με τις αρμοδιότητές του (της) που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό χωρίς τη συγκατάθεση του (της) Ευρωπαίου(-ας) Γενικού(-ης) Εισαγγελέα. Εάν ο (η) Ευρωπαίος(-α) Γενικός(-ή) Εισαγγελέας δεν συγκατατίθεται, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από το συλλογικό όργανο να επανεξετάσει το ζήτημα.
6. Εάν ένας (μία) Ευρωπαίος(-α) Εντεταλμένος(-η) Εισαγγελέας παραιτηθεί, εάν οι υπηρεσίες του (της) δεν είναι πλέον απαραίτητες για την εκτέλεση των καθηκόντων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ή εάν παυθεί ή εγκαταλείψει τη θέση του (της) για οποιονδήποτε άλλον λόγο, το οικείο κράτος μέλος ενημερώνει αμέσως τον (την) Ευρωπαίο(-α) Γενικό(-ή) Εισαγγελέα και, εφόσον είναι αναγκαίο, προτείνει άλλον(-η) εισαγγελέα να διορισθεί νέος(-α) Ευρωπαίος(-α) Εντεταλμένος(-η) Εισαγγελέας σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Η σκόπιμη ασάφεια

Προφανώς, πονηρά σκεπτόμενοι και ενώ σε όλα τα παραπάνω αναφέρονται λεπτομερώς τα πάντα, δεν υπάρχει ούτε ένα άρθρο για τον τρόπο ανανέωσης της θητείας των Ευρωπαίων Εισαγγελέων. Ετσι –και πολύ σωστά– η Ελλάδα ερμήνευσε την παράλειψη ως αυτονόητη επανάληψη της διαδικασίας. Διαφορετικά κάπου έπρεπε κάτι να γράφει. Και, επιπλέον, η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί κατάργηση ενός ιστορικού θεσμού με ζωή 120 χρόνων, όπως είναι το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.

Για ανάλογους λόγους χώρες όπως η Ιρλανδία και η Δανία δεν εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία – χωρίς με αυτήν τους την απόφαση να διακυβεύεται η συμμετοχή τους στην ΕΕ. Οταν, λοιπόν, πρόκειται για ανανέωση θητειών, το κράτος-μέλος είτε επανυποβάλλει τον ίδιο εισαγγελέα είτε προτείνει ένα άλλο πρόσωπο.

Ο Ευρωπαίος Γενικός Εισαγγελέας υποβάλλει την πρότασή του στο Κολέγιο. Και το Κολέγιο αξιολογεί τα κριτήρια και αποφασίζει. Αλλά επί των προσώπων που το κράτος-μέλος προτείνει και όχι επί των προηγουμένων, που ενδεχομένως δεν βρίσκονται πλέον στον κατάλογο. Ο ελληνικός νόμος είναι απόλυτα σαφής Οσον αφορά την ελληνική νομοθεσία, ο Νόμος 4786/2021 (ΦΕΚ 43/Α/23-3-2021), είναι σαφής.

Σύμφωνα με το Αρθρο 5 περί επιλογής υποψηφίων για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα ισχύουν τα ακόλουθα:

1. Η επιλογή των τριών (3) προτεινόμενων υποψηφίων για διορισμό στη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, της παρ. 1 του άρθρου 16 του Κανονισμού 2017/1939, L 283, πραγματοποιείται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 68, 78 και 79 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988, Α΄ 35).

2. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, έξι (6) μήνες πριν από τη λήξη της θητείας του Ευρωπαίου Εισαγγελέα και αμελλητί μόλις πληροφορηθεί ότι αυτή για οποιονδήποτε λόγο λήγει πρόωρα, ή δεν πρόκειται να παραταθεί, ορίζει προθεσμία είκοσι (20) ημερών για την υποβολή, σε ηλεκτρονική ή σε έντυπη μορφή, των αιτήσεων των ενδιαφερομένων, μαζί με βιογραφικό σημείωμα και φάκελο δικαιολογητικών, αναρτά την πρόσκληση στην ιστοσελίδα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και τη γνωστοποιεί ταυτόχρονα εγγράφως στους διευθύνοντες τις Εισαγγελίες Εφετών και Πρωτοδικών της Επικράτειας, προς ενημέρωση των υφισταμένων τους.

3. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, ύστερα από έλεγχο των δικαιολογητικών και των ατομικών φακέλων των υποψηφίων, καλεί τους υποψηφίους, που πληρούν τα τυπικά προσόντα, σε συνέντευξη, με έγγραφη ατομική πρόσκληση, η οποία τους επιδίδεται με μέριμνα του διευθύνοντος την εισαγγελία όπου υπηρετούν. Η συνέντευξη μπορεί να γίνει και με τηλεδιάσκεψη. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο αποφασίζει και με τηλεδιάσκεψη και ορίζει τη σειρά των επιλαχόντων. Εναντίον της απόφασης χωρεί προσφυγή ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 68 και 79 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών.

4. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας των παρ. 1 έως 3, η απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και, εφόσον κριθεί απαραίτητο από την επιτροπή επιλογής της παρ. 3 του άρθρου 14 του Κανονισμού 2017/1937, η αίτηση μαζί με τον φάκελο υποψηφιότητας εκάστου επιλεγέντος διαβιβάζεται από τον υπουργό Δικαιοσύνης στην ανωτέρω Επιτροπή, προκειμένου να ακολουθήσει η διαδικασία επιλογής και διορισμού του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, για μη ανανεώσιμη θητεία έξι (6) ετών, η οποία μπορεί να παραταθεί έως τρία (3) έτη, σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 16 του Κανονισμού 2017/1939. Ο Ευρωπαίος Εισαγγελέας διορίζεται ως έκτακτος υπάλληλος, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 96 του ανωτέρου Κανονισμού. Στο Αρθρο 7, για τις αρμοδιότητες και την ιεραρχική εξάρτηση αναφέρεται ότι οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους ακολουθούν τις γενικές και ειδικές κατευθύνσεις, οδηγίες και εντολές, κατά περίπτωση, του Συλλογικού Οργάνου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, του Μόνιμου Τμήματος αυτής που έχει αναλάβει την υπόθεση και του εποπτεύοντος Ευρωπαίου Εισαγγελέα.

Στην ανανέωση εφαρμόζεται η ίδια διαδικασία Στο Αρθρο 9 παρ. 1 περί της επιλογής των υποψηφίων γι’ αυτές τις θέσεις αναφέρεται:

1. Η επιλογή των υποψηφίων για διορισμό ως Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων πραγματοποιείται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στα άρθρα 49, 50 και 51 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988, Α΄ 35).

Στην παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου προβλέπονται τα ακόλουθα:

α. Οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς πλήρους απασχόλησης, αμέσως μετά τον διορισμό τους, μετατίθενται ή αποσπώνται και τοποθετούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 49, 50 και 51 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, στο Γραφείο Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων, μέχρι να λήξει η θητεία τους. Η ανάληψη των καθηκόντων τους βεβαιώνεται με έκθεση. Σε περίπτωση ανανέωσης της θητείας τους εφαρμόζεται η ίδια διαδικασία.

β. Σε περίπτωση μερικής απασχόλησης των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων, αμέσως μετά τον διορισμό τους, οι εισαγγελείς πρωτοδικών που δεν υπηρετούν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και οι εισαγγελικοί λειτουργοί του δεύτερου βαθμού που δεν υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, μετατίθενται ή αποσπώνται και τοποθετούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 49, 50 και 51 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, στις ανωτέρω υπηρεσίες, αντιστοίχως, ακόμη και ως υπεράριθμοι, για άσκηση των καθηκόντων τους ως εθνικοί εισαγγελείς με μερική απασχόληση.

Επίσης, τοποθετούνται στο Γραφείο Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων για άσκηση παραλλήλως των καθηκόντων τους ως Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων, μέχρι να λήξει η θητεία τους. Ομοίως, στο Γραφείο Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων τοποθετούνται για παράλληλη άσκηση καθηκόντων, οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς που ήδη υπηρετούν στις ανωτέρω εισαγγελίες και οι αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου.

Η ανάληψη των καθηκόντων στο ανωτέρω Γραφείο βεβαιώνεται με έκθεση. Σε περίπτωση ανανέωσης της θητείας τους, εφαρμόζεται η ίδια διαδικασία.

Φταίει ο… τρόπος

Επομένως, ο ελληνικός νόμος είναι σαφής. Ολα περνούν από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Στους Δελφούς, σχετικά με τις ανανεώσεις θητειών, η κ. Κοβέσι επέμεινε ότι ο ελληνικός νόμος είναι μια… τυπική διαδικασία. Οπως είπε, «στην Ελλάδα, λόγω του τρόπου με τον οποίο υιοθετήθηκε ο νόμος για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, υπάρχει τώρα αυτό το διοικητικό στάδιο. Για μένα είναι πολύ σαφές. Αν κάποιος το ερμηνεύει διαφορετικά, υπάρχει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο»!

Πρόκειται για την επιτομή της περιφρόνησης της διάκρισης των εξουσιών: Το Κοινοβούλιο ψηφίζει έναν νόμο που δεν επιδέχεται καμιάς ερμηνείας, αλλά η ίδια μπορεί να τον ερμηνεύει ως… διοικητικό στάδιο.

Από την πλευρά της, κατανοητό. Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ότι κάποιοι εδώ στην Ελλάδα πιστεύουν ότι η νομοθετική εξουσία ψηφίζει νόμους για την πλάκα της, τους οποίους μπορεί να κουρελιάζει ο καθένας.