Το καθ’ όλα αφοριστικό και μηδενιστικό αφήγημα της αντιπολίτευσης για τον… κακό Μητσοτάκη και την εξίσου κακή κυβέρνησή του που «πρέπει να φύγουν» καταρρίπτεται με πάταγο από τις πρώτες φθινοπωρινές δημοσκοπήσεις.
Γράφει η Έρση Παπαδάκη
Παρότι τα ποιοτικά στοιχεία δείχνουν ότι τα μέτρα που ανακοίνωσε στη ΔΕΘ ο πρωθυπουργός δεν κάνουν το «γκελ» που θα ήθελαν στο Μαξίμου –φαινόμενο που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται προφανώς στο ενεργειακό σοκ, στις τιμές των καυσίμων και στο ντόμινο ανατιμήσεων που προκαλούν–, η επίδοση της ΝΔ στην πρόθεση και εκτίμηση ψήφου εξακολουθεί να τη φέρνει πάνω από το ψυχολογικό όριο του 30%, παραμένοντας κυρίαρχη στο πολιτικό σκηνικό, με ένα ποσοστό που σε απόλυτους αριθμούς είναι υψηλότερο και από αυτό που κατέγραψε στις ευρωεκλογές του 2024.
Το ίδιο και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος είναι μακράν πρώτος στη δημοφιλία και την καταλληλότητα για την πρωθυπουργία και μάλιστα με μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο που είναι ο… κανένας.
Η αντιπολίτευση δεν κεφαλαιοποιεί τη φθορά
Τι σημαίνουν αυτά λοιπόν για την αντιπολίτευση; Οτι τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η ΕΛΑΣ δυσκολεύονται να μετατρέψουν τη (φυσιολογική) κυβερνητική φθορά σε πραγματική πολιτική δυναμική και το 30% της ΝΔ είναι ένα ηχηρό καμπανάκι για τον τρόπο με τον οποίο διαρκώς πολιτεύονται.
Μολαταύτα, τόσο στη Χαριλάου Τρικούπη όσο και στην Αμαλίας εξακολουθούν να μην το ακούν. Επιδίδονται, αντιθέτως, σε παιχνίδια εσωτερικών αναζητήσεων και αναλώνονται περισσότερο σε ζητήματα εσωκομματικά, αλλά και σε έναν διαγκωνισμό για το ποιος θα κρατήσει τα σκήπτρα του λεγόμενου προοδευτικού χώρου.
Η μάχη για τη δεύτερη θέση
Από τη μία πλευρά, λοιπόν, έχουμε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο πανηγυρίζει για την άνοδο 1-2 μονάδων που καταγράφει στις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, αλλά παραμένει στην τρίτη θέση. Και από την άλλη έχουμε την ΕΛΑΣ, η οποία δείχνει μεν να παγιώνεται στη δεύτερη θέση, έχοντας μια απόσταση σχετικής ασφάλειας από το ΠΑΣΟΚ, αλλά παραμένει πολύ πίσω από τη ΝΔ και δεν δείχνει ικανή να απειλήσει με ανατροπή.
Αποτυγχάνει να κεφαλαιοποιήσει την επιστροφή του πρώην πρωθυπουργού στην πολιτική σκηνή, όπως προσδοκούσαν ο ίδιος και οι… φανατικοί υποστηρικτές του.
Ταυτόχρονα, η στασιμότητα του ΠΑΣΟΚ δεν αντιστοιχεί με την εικόνα ενός κόμματος που μπορεί ν’ αποτελέσει τον βασικό αντίπαλο της ΝΔ και το χειρότερο είναι πως μοιάζει να έχει πιάσει «ταβάνι», αφού δεν κατορθώνει να προσελκύσει τους αναποφάσιστους. Ο δε Νίκος Ανδρουλάκης δεν εμπνέει, καθώς βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις ανάμεσα στους αρχηγούς σε ό,τι αφορά τη δημοφιλία.
Παράλληλα, το τελευταίο διάστημα οι διαρκείς αντιφατικές τοποθετήσεις στελεχών του ΠΑΣΟΚ για την επόμενη μέρα των εκλογών και τις ενδεχόμενες συνεργασίες δημιουργούν ακόμη μεγαλύτερους πονοκεφάλους στον κ. Ανδρουλάκη και τα στελέχη της Χαριλάου Τρικούπη, ενώ η απόφαση του Συνεδρίου για κλειστές πόρτες στη ΝΔ μάλλον επιτείνει τη σύγχυση, παρά λύνει πρακτικά ζητήματα.
Κάπως έτσι, εντοπίζεται μια τεράστια αντίφαση στο πολιτικό σύστημα. Η αντιπολίτευση διαρκώς μιλά για την ανάγκη να υπάρξει πολιτική αλλαγή, αλλά οι δημοσκοπήσεις δεν αποτυπώνουν σημαντικές μετατοπίσεις του εκλογικού σώματος που να φωτογραφίζουν αυτή την αλλαγή.
Παράλληλα η ΝΔ εξακολουθεί να υπερέχει στα ποιοτικά χαρακτηριστικά ακριβώς επειδή εμπνέει εμπιστοσύνη στους πολίτες – αυτό που λείπει δηλαδή τόσο από την ΕΛΑΣ όσο και από το ΠΑΣΟΚ.