Στις 4 Ιουλίου, οι ΗΠΑ γιορτάζουν 250 χρόνια από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, αλλά με τον καπιταλισμό εκτός ατζέντας.
Τόσο από εκείνη των Δημοκρατικών όσο και των Ρεπουμπλικανών. Η ρητορική των πρώτων εξαντλείται στην Πρώτη Τροπολογία και των δεύτερων στο πώς θα κάνουν την Αμερική «Μεγάλη Ξανά». Οι υπογράφοντες τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας δεν θυμίζουν τους σημερινούς προοδευτικούς του οικονομικού προστατευτισμού ή τους θρησκόληπτους υπερσυντηρητικούς. Εκείνοι ήταν φιλελεύθεροι διαφωτιστές.
Ηταν κληρονόμοι του Τζον Λοκ και του Ανταμ Σμιθ. Οπως ακριβώς άνοιξαν τον δρόμο για τον διαχωρισμό του κράτους από την Εκκλησία, έτσι επιδίωξαν να διαχωρίσουν την οικονομία από το κράτος.
Η Αμερική σχεδιάστηκε ως καταφύγιο για τον στοχαστή και τον παραγωγό, για τους δημιουργούς ιδεών και τους δημιουργούς πλούτου. Η προστασία των δικαιωμάτων του ατόμου στη ζωή, την ελευθερία και την ιδιοκτησία, αυτές ήταν οι ρίζες της αμερικανικής ευημερίας και ισχύος.
Αυτός ήταν ο καπιταλισμός που έκανε την Αμερική σπουδαία. Αλλά στην 250ή επέτειο της Ανεξαρτησίας, ο καπιταλισμός που δημιούργησε το «αμερικανικό όνειρο» παρέμεινε –για να θυμηθούμε τα λόγια της Αϊν Ραντ– «ένα άγνωστο ιδανικό». Γιατί ο πλήρης, συνεπής καπιταλισμός δεν υφίσταται χωρίς τον πλήρη διαχωρισμό κράτους και οικονομίας, κατ’ αντιστοιχία με τον διαχωρισμό κράτους και Εκκλησίας.