Ο Ντόναλντ Τραμπ ανέστειλε την εφαρμογή νέων κυρώσεων κατά της Ρωσίας, τις οποίες είχε εγκρίνει το Κογκρέσο, επικαλούμενος το εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ.
Με εκτελεστικό διάταγμα που υπέγραψε εχθές Παρασκευή (16/10), ο Αμερικανός πρόεδρος έβαλε σε αναμονή οικονομικά μέτρα και δασμούς που αποσκοπούσαν στον περιορισμό των ρωσικών εσόδων από την ενέργεια, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση «είναι προς το εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ».
Η νομοθεσία είχε υπογραφεί από τον ίδιο στις 18 Σεπτεμβρίου και έφερε το όνομα του εκλιπόντος Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή της Νότιας Καρολίνας, Λίντσεϊ Γκράχαμ. Να σημειωθεί πως είχε εξασφαλίσει διακομματική υποστήριξη και στόχευε, μεταξύ άλλων, τους μεγαλύτερους αγοραστές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου. Σκοπός της εν λόγω ενέργειας ήταν να περιοριστούν οι οικονομικοί πόροι της Μόσχας, όσο συνεχιζόταν ο πόλεμος στην Ουκρανία. Κατά συνέπεια η αναστολή αφαιρεί ένα πρόσθετο μέσο οικονομικής πίεσης προς τη Ρωσία.
Τα νέα μέτρα επρόκειτο να ενεργοποιηθούν έως τις 18 Οκτωβρίου. Το πλαίσιο προέβλεπε πρόσθετους δασμούς 500% σε ρωσικά προϊόντα και 100% σε προϊόντα από τους πέντε μεγαλύτερους εισαγωγείς ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ο Τραμπ αξιοποίησε διάταξη του ίδιου του νόμου που επιτρέπει εξαιρέσεις για λόγους εθνικού συμφέροντος. Η απόφαση αφορά τα νέα μέτρα και δεν καταργεί συνολικά τις προϋπάρχουσες αμερικανικές κυρώσεις κατά της Μόσχας.
Η κίνηση ακολουθεί τη συμφωνία που ανακοίνωσε την προηγούμενη εβδομάδα με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για τη διάθεση εκατοντάδων χιλιάδων τόνων ρωσικού ντίζελ στην παγκόσμια αγορά. Η Ουάσιγκτον συνδέει τη συμφωνία με την προσπάθεια συγκράτησης των τιμών των καυσίμων, σε μια περίοδο αυξημένου ενεργειακού κόστους.
Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επικρίνει τις ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικές ενεργειακές υποδομές, αποδίδοντάς τους ευθύνη για την άνοδο των τιμών. Την ίδια ώρα, υποβαθμίζει τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν στην αγορά πετρελαίου. Η διαδοχή των αποφάσεων δείχνει ότι η αμερικανική κυβέρνηση δίνει προτεραιότητα στην αύξηση της προσφοράς καυσίμων, χαλαρώνοντας μέρος της πρόσθετης πίεσης που είχε αποφασίσει το Κογκρέσο κατά της Ρωσίας.
Η αναστολή προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον. Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής του Κονέκτικατ, Ρίτσαρντ Μπλούμενθαλ, χαρακτήρισε την απόφαση «άξεστη, δειλή ενέργεια», σύμφωνα με το δημοσίευμα που επικαλείται το NBC. Αντιρρήσεις για τη συμφωνία του ντίζελ έχουν εκφράσει και Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές, υποστηρίζοντας ότι τα πρόσθετα ενεργειακά έσοδα μπορούν να ενισχύσουν τη χρηματοδότηση της ρωσικής πολεμικής προσπάθειας.