Ατελείωτες ουρές, καθυστερήσεις και αγανάκτηση χθες στους διαδρόμους του «Ελευθέριος Βενιζέλος», με την κατάσταση στον διεθνή αερολιμένα Αθηνών να βαίνει επιδεινούμενη.

Με βάση τα επίσημα στοιχεία που δημοσιοποίησε ο οργανισμός Flightright για το διάστημα 29 Ιουνίου-14 Σεπτεμβρίου, η χώρα μας βρέθηκε στην κορυφή της σχετικής λίστας, καταγράφοντας καθυστερήσεις στο 46,4% των πτήσεων.

Η εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών θυσιάζεται μπροστά στο κέρδος, όπως προκύπτει από το ρεπορτάζ του «Μανιφέστο», προκειμένου να αναδειχθούν τα αίτια που οδηγούν σε εικόνες ντροπής και άπειρες χαμένες ώρες. Η «ανάγκη» για υψηλά κέρδη διατήρησε το «Ε. Βενιζέλος» σε L1 επί σειρά ετών, για να αναβαθμιστεί σε L2 μόλις πρόσφατα και να οδεύει προς L3 την επόμενη χρονιά. Τι σημαίνει, όμως, πρακτικά αυτό; Στο επίπεδο L1 δεν απαιτείται κανένας συντονισμός, σε αντίθεση με το επίπεδο L3 όπου το αεροδρόμιο οφείλει να λειτουργεί βάσει προγραμματισμού. Οι μετατοπίσεις προγραμματισμένων πτήσεων που επιτρέπονται στο επίπεδο L1 δημιουργούν συνθήκες ντόμινο που επηρεάζουν τη συνολική λειτουργία – από τις υπηρεσίες εδάφους έως την εναέρια κυκλοφορία.

Ελλείψεις προσωπικού

Αν σε αυτό προσθέσει κανείς την έλλειψη προσωπικού σε όλα τα επίπεδα, όπως αποδείχθηκε και χθες, καθώς και τις καθυστερήσεις στα έργα επέκτασης, αναδεικνύεται πως ο αερολιμένας Αθηνών έχει προ πολλού ξεπεράσει τα όρια του και γίνεται ξεκάθαρο ποια είναι τα αίτια πίσω από την ταλαιπωρία των ταξιδιωτών.

Σύμφωνα λοιπόν με τα επίσημα στοιχεία, η μείωση 3,6% στον μέσο συνολικό χρόνο καθυστέρησης αναχώρησης το 2025 σε σχέση με το 2024 απλά κατέβασε τον χρόνο από τα 19,53 λεπτά στα 18,83! Τα στοιχεία δείχνουν πως φέτος προκύπτει και νέα μείωση. Αξίζει να σημειωθεί πως το 2025 η Αθήνα βρισκόταν στην τέταρτη θέση πίσω από Λισσαβώνα (25,52), Νίκαια (22,14) και Παρίσι (CDG) (19,52).

Σημαντικός παράγοντας αυτής της κατάστασης είναι η έλλειψη προσωπικού από τις υπηρεσίες εδάφους έως την ασφάλεια. Ο δε έλεγχος επιβατών συμβάλλει σημαντικά στην καθυστέρηση. Σημειωτέον πως αν αυτές οι υπηρεσίες καθυστερήσουν σημαντικά μια πτήση, αυτή επαναπρογραμματίζεται, βάσει των κανονισμών του Eurocontrol, σχεδόν δύο ώρες μετά! Και όλα αυτά δίχως προσώρας να έχει εμπλακεί η Εναέρια Κυκλοφορία. Εκεί φαίνεται να έχει λυθεί το ζήτημα της έλλειψης προσωπικού μετά τις προσλήψεις που πραγματοποιήθηκαν και η υπηρεσία θα ενισχυθεί σημαντικά μόλις ολοκληρωθεί η εκπαίδευση των νέων υπαλλήλων.

Το «Μανιφέστο» απευθύνθηκε σε δύο από τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις υπηρεσίες εδάφους, την Goldair και τη Skyserv. Η δεύτερη δεν ανταποκρίθηκε ποτέ! Η Goldair Handling αρνείται καθυστερήσεις που οφείλονται σε δική της επιχειρησιακή λειτουργία. «Αντιθέτως, παρά την αύξηση της επιβατικής κίνησης, οι επιχειρησιακοί μας δείκτες και οι στόχοι απόδοσης για τη φετινή περίοδο ήταν οι καλύτεροι των τελευταίων ετών. Τυχόν συνολικές καθυστερήσεις στις πτήσεις αποτελούν διεθνές και πολυπαραγοντικό φαινόμενο, το οποίο επηρεάζεται πρωτίστως από εξωτερικούς παράγοντες, όπως η αυξημένη συμφόρηση του ευρωπαϊκού εναέριου χώρου και οι καθυστερήσεις διαχείρισης εναέριας κυκλοφορίας (ATC slots)», υποστηρίζουν και εστιάζουν και αυτοί στον προγραμματισμό του αεροδρομίου.

Σε ό,τι έχει να κάνει με την αναφορά στον εναέριο χώρο, θα πρέπει να σημειωθεί πως το FIR Αθηνών έχει επιβαρυνθεί ιδιαιτέρως λόγω των πολέμων που βρίσκονται σε εξέλιξη στην ευρύτερη περιοχή με αποτέλεσμα πολλές πτήσεις να έχουν αλλάξει διαδρόμους και να περνούν από εδώ. «Είναι σαν να ρίξεις την κίνηση ενός επιπλέον Κηφισού στον ήδη πηγμένο Κηφισό», όπως σημειώνει χαρακτηριστικά γνώστης του θέματος.

Παρά τις πληροφορίες που θέλουν γενικότερα τις εταιρείες του αεροδρομίου να αντιμετωπίζουν πρόβλημα στην εξεύρεση προσωπικού, η Goldair Handling υποστηρίζει πως εκείνη «δεν αντιμετώπισε θέμα στελέχωσης. Χάρη στον έγκαιρο και στρατηγικό προγραμματισμό, τα ανταγωνιστικά πακέτα αποδοχών και τα οργανωμένα προγράμματα προσλήψεων και εκπαίδευσης, η εταιρεία μας ήταν πλήρως επανδρωμένη και προετοιμασμένη, καλύπτοντας απρόσκοπτα και στο ακέραιο το σύνολο του αυξημένου επιχειρησιακού της έργου». Οι πληροφορίες, πάντως, επιμένουν πως οι εταιρείες κινούνται στα κόκκινα. Μάλιστα, κάποιες φαίνεται να έχουν εκμεταλλευθεί τη νομοθεσία και να έχουν φέρει προσωπικό από τρίτες χώρες για να καλύψουν τις ανάγκες τους.

Ζητήματα ασφαλείας

Το δικό τους μερίδιο ευθύνης φαίνεται να έχουν και οι εταιρείες ασφάλειας που δραστηριοποιούνται σήμερα στο αεροδρόμιο. «Ο κλάδος αντιμετωπίζει σοβαρή δυσκολία προσέλκυσης προσωπικού, καθώς οι απολαβές δεν είναι ανταγωνιστικές σε σχέση με το επίπεδο ευθύνης των θέσεων, όπου το περιθώριο λάθους είναι μηδενικό. Χωρίς σταθερό και έμπειρο ανθρώπινο δυναμικό, η ασφάλεια του αεροδρομίου τίθεται σε κίνδυνο», εξηγεί παράγοντας της αγοράς που προειδοποιεί επιπλέον πως «χρόνια εμπειρίας, εκπαιδευμένο προσωπικό και βαθιά γνώση των διαδικασιών και των ιδιαιτεροτήτων του χώρου δεν αντικαθίστανται εύκολα. Το αεροδρόμιο οφείλει να στηριχθεί σε αυτή την εμπειρία, διασφαλίζοντας τη συνέχεια και την αξιοπιστία των υπηρεσιών».

Το πρόβλημα των καθυστερήσεων εντάθηκε αμέσως μετά την πανδημία. Οι περιορισμοί στα ταξίδια οδήγησαν χιλιάδες εργαζόμενους παγκοσμίως στην ανεργία. Αυτοί, λοιπόν, αναζήτησαν άλλες θέσεις εργασίας και εκείνες που έμειναν κενές δεν έχουν επαρκώς πληρωθεί μέχρι και σήμερα – σίγουρα όχι από υπαλλήλους με τεχνογνωσία.

Σε κάθε περίπτωση, η αναβάθμιση του «Ελευθέριος Βενιζέλος» σε L3 θα ενισχύσει την προσπάθεια αποκατάστασης της εικόνας της κεντρικής πύλης της χώρας. Μένει στους παραχωρησιούχους να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα στα περιφερειακά αεροδρόμια.