Οσο η ελληνική Δικαιοσύνη προχωρά με θεσμική σοβαρότητα και νηφαλιότητα στη διερεύνηση της υπόθεσης του λογισμικού Predator, στο πολιτικό παρασκήνιο γίνεται όλο και πιο εμφανής μια συντονισμένη προσπάθεια τεχνητής συντήρησης και εργαλειοποίησης του ζητήματος.
Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής βρίσκεται η δικηγορική εταιρεία του κ. Ζαχαρία Κεσσέ, η οποία έχει καταφέρει να συγκεντρώσει ένα ιδιότυπο «μονοπώλιο» εκπροσώπησης.
Ωστόσο, η ρητορική που εκπορεύεται από αυτό το νομικό κέντρο, σε συνδυασμό με την εμφάνιση όψιμων «προστατών» των θεσμών, προδίδει ότι ο αντικειμενικός στόχος δεν είναι η δικαστική διαλεύκανση, αλλά η κατασκευή ενός τοξικού αφηγήματος με σαφή αντιπολιτευτική στόχευση.
Κάποιοι παρατηρητικοί μάλιστα σχολιάζουν ότι πολλές φορές ο δημόσιος λόγος του Ζ. Κεσσέ μοιάζει να «ταυτίζεται» με την πολεμική ρητορική των ΜΜΕ του Βαγγέλη Μαρινάκη για το περιλάλητο Predator.
Καταγγελίες και θεσμική αμφισβήτηση
Η επιχειρηματολογία του κ. Κεσσέ κινείται σταθερά γύρω από βαρύγδουπες καταγγελίες για δήθεν «μοτίβα συγκάλυψης» και «θεσμική ατροφία», στρέφοντας απροκάλυπτα τα βέλη του κατά των εισαγγελικών αρχών και των αποφάσεων του Αρείου Πάγου.
Προχωρώντας σε συστηματικά επικοινωνιακά «χτυπήματα» με δηλώσεις περί «κινήσεων τακτικής» και επιστρατεύοντας διεθνή όργανα όπως η Επιτροπή της Βενετίας, επιχειρεί να μεταφέρει τη δικαστική μάχη από τις δικαστικές αίθουσες στο πεδίο των πολιτικών εντυπώσεων.
Αυτή η διαρκής αμφισβήτηση των εγχώριων θεσμικών αντίβαρων δεν υπηρετεί την αλήθεια, αλλά τη δημιουργία ενός κλίματος γενικευμένης καχυποψίας που βολεύει όσους επενδύουν στην πολιτική αποσταθεροποίηση.
Η περίπτωση Ελευθεριάδη
Το σκηνικό αυτό αποκτά ακόμα πιο ξεκάθαρα χαρακτηριστικά με την περίπτωση του καθηγητή Παύλου Ελευθεριάδη.
Η εμφάνισή του στην υπόθεση, ως ενός ιδιότυπου «αλεξιπτωτιστή» του νομικού ακτιβισμού, εγείρει σοβαρά ερωτήματα. Η ρητορική του, ενδεδυμένη τον μανδύα της υπεράσπισης του «κράτους δικαίου» και της δογματικής αυστηρότητας του δημοσίου δικαίου, μοιάζει παντελώς αποκομμένη από τα πραγματικά περιστατικά.
Το γεγονός ότι πρόσωπα που δεν περιλαμβάνονταν καν στις επίσημες, διασταυρωμένες λίστες των πραγματικών παρακολουθήσεων του Predator σπεύδουν να συντονιστούν κάτω από την ίδια δικηγορική ομπρέλα, αποδεικνύει ότι η ιδιότητα του «πληγέντος» ή του «διώκτη» έχει μετατραπεί σε ένα ιδιότυπο πολιτικό διαβατήριο.
Το πολιτικό παρασκήνιο πίσω από αυτήν τη «βιομηχανία» εκπροσώπησης είναι πλέον προφανές και ορατό διά γυμνού οφθαλμού. Πρόκειται για μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια να κρατηθεί στην επικαιρότητα ένα θέμα που η ίδια η πραγματικότητα έχει προσπεράσει, ακόμη και μέσα από την υπερβολή ή την εφεύρεση νέων «θυμάτων» εκτός κάδρου.
Οταν η υπεράσπιση των θεσμών μετατρέπεται σε εργολαβία συγκεκριμένων κύκλων και πλατφόρμα προσωπικής ή πολιτικής προβολής, τότε το ίδιο το κράτος δικαίου υπονομεύεται από εκείνους που κόπτονται ότι το προστατεύουν.
Απέναντι σε αυτά τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα, η συντεταγμένη πολιτεία οφείλει να εμπιστευθεί τη θεσμική οδό της ανεξάρτητης Δικαιοσύνης, η οποία είναι και η μόνη αρμόδια να δώσει απαντήσεις, μακριά από κομματικούς τακτικισμούς και σκοπιμότητες.