Ο Στέφανος Κασσελάκης υπερασπίζεται την επιλογή του να συζητήσει και να παίξει τένις με τον Α. Γεωργιάδη και κάνει ευθεία επίθεση κατά κεντρικών επιλογών της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.
Πολύ μελάνι χύθηκε για έναν αγώνα... τένις. Και τελικά για όλους όσοι έσπευσαν να κατηγορήσουν τον Στέφανο Κασσελάκη επειδή αθλήθηκε με τον Άδωνι Γεωργιάδη (λες και πρέπει να είναι εχθροί επειδή μπορεί να διαφωνούν πολιτικά) τους γύρισε μπούμερανγκ. Ο πρόεδρος των Δημοκρατών επέλεξε να ανεβάσει κατακόρυφα τους τόνους, μετατρέποντας την κριτική που δέχθηκε σε ευθεία επίθεση κατά του Αλέξη Τσίπρα.
Με μία ανάρτησή του, ο Σ. Κασσελάκης δεν περιορίστηκε να υπερασπιστεί την προσωπική του επιλογή να παίξει τένις με έναν πολιτικό αντίπαλο. Αντιθέτως, απάντησε με τρόπο που έδειξε πως θεωρεί ότι η συζήτηση έχει βαθύτερα πολιτικά χαρακτηριστικά και συνδέεται με μια συγκεκριμένη αντίληψη περί πολιτικής συμπεριφοράς.
«Ζητώ συγγνώμη από τον ελληνικό λαό που έπαιξα τένις με τον Άδωνι Γεωργιάδη», ανέφερε σκωπτικά, για να συνεχίσει σε πολύ πιο επιθετικό ύφος. «Εγώ δεν χρέωσα τη χώρα με τρίτο μνημόνιο, ούτε οδήγησα κόσμο σε αυτοκτονία ή να τρώει από τα σκουπίδια. Δεν έκοψα συντάξεις, ούτε έκανα διακοπές στα μουλωχτά δέκα μέρες μετά την τραγωδία στο Μάτι», έγραψε, αφήνοντας σαφείς αιχμές κατά του Αλέξη Τσίπρα και της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.
Κι αυτό διότι οι περισσότεροι επικριτές του προέρχονται από τον κύκλο του πρώην πρωθυπουργού, καθώς ήταν εκείνος που ανέλαβε τα ηνία του ΣΥΡΙΖΑ και αποκάλυψε τον τρόπο με τον οποίο ο κ. Τσίπρα λειτουργούσε ως πρόεδρος.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρόεδρος των Δημοκρατών έστειλε μήνυμα ότι δεν πρόκειται να προσαρμόσει την προσωπική του ζωή στις απαιτήσεις μιας πολιτικής κουλτούρας που, όπως υποστηρίζει, επιδιώκει να ελέγχει ακόμη και τις πιο απλές καθημερινές επιλογές ενός πολιτικού.
«Εάν θέλω να παίξω τένις, θα παίξω τένις. Φτάνει πια με αυτή τη διχόνοια και με αυτή τη μιζέρια. Ήρθε η ώρα να δούμε μια νέα πολιτική», σημείωσε χαρακτηριστικά, δίνοντας το πολιτικό στίγμα που επιδιώκει να αναδείξει.
Θυμίζουμε, άλλωστε, ότι Στέφανος Κασσελάκης και Άδωνις Γεωργιάδης είχαν βρεθεί απέναντι ο ένας στον άλλον σε μια διαδικτυακή συζήτηση, η οποία μεταδόθηκε ζωντανά μέσω των κοινωνικών δικτύων. Το live είχε τη μορφή ανοιχτού, «αδιαμεσολάβητου» διαλόγου με τη συμμετοχή πολιτών, ενώ παρών ήταν και ο σύζυγος του προέδρου των Δημοκρατών, Τάιλερ Μακμπέθ.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης οι δύο πολιτικοί αντάλλαξαν απόψεις για σειρά θεμάτων με επίκεντρο την κατάσταση στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, τις ελλείψεις προσωπικού, τα απογευματινά χειρουργεία και το ζήτημα με τα «φακελάκια», σε ένα κλίμα έντονης αλλά πολιτισμένης αντιπαράθεσης.
Σε κάθε περίπτωση, είναι εμφανές ότι ο Στέφανος Κασσελάκης επιχειρεί σταθερά να εμφανιστεί ως πολιτικός που δεν εγκλωβίζεται στις παραδοσιακές κομματικές αντιπαραθέσεις και δεν θεωρεί ότι η προσωπική επαφή με πολιτικούς αντιπάλους αποτελεί πολιτικό ατόπημα. Αντίθετα, παρουσιάζει αυτή τη στάση ως στοιχείο μιας διαφορετικής πολιτικής κουλτούρας, στην οποία η προσωπική κοινωνική συναναστροφή δεν ταυτίζεται με πολιτική συμφωνία.
Την ίδια ώρα, όμως, οι αναφορές στον Αλέξη Τσίπρα αποτυπώνουν και την προσπάθεια του Κασσελάκη να διαφοροποιηθεί πλήρως από την πολιτική κληρονομιά του κόμματος που κάποτε ηγήθηκε. Άλλωστε, μετά την αποχώρησή του από τον ΣΥΡΙΖΑ και τη δημιουργία του Κινήματος Δημοκρατίας που μετεξελίχθηκε σε Δημοκράτες-Προοδευτικό Κέντρο, οι σχέσεις των δύο πλευρών παραμένουν ιδιαίτερα τεταμένες, με εκατέρωθεν αιχμές να επανέρχονται σε κάθε ευκαιρία.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Στέφανος Κασσελάκης αξιοποίησε την ευκαιρία όχι μόνο για να απαντήσει στους επικριτές του, αλλά και για να επαναφέρει στο προσκήνιο τη σύγκρουσή του με τον Αλέξη Τσίπρα και όσα, κατά τον ίδιο, συμβολίζει η περίοδος της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Τρίτο μνημόνιο, Μάτι και πολλά άλλα χωρίζουν τους δύο τους, μολονότι ο κ. Τσίπρας σε κάποιο σημείο στήριξε την εκλογή του στην προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ.
Ουσιαστικά, η νέα αυτή παρέμβαση επιβεβαιώνει ότι ο πρόεδρος των Δημοκρατών δεν σκοπεύει να αφήσει αναπάντητη καμία αιχμή που προέρχεται από το περιβάλλον του πρώην πρωθυπουργού. Αντιθέτως, επιλέγει να μετατρέψει κάθε αφορμή σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, επιχειρώντας να εδραιώσει το δικό του διακριτό πολιτικό αφήγημα όχι μόνο απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά και στον χώρο από τον οποίο προέρχεται.