Ο Στέφανος Κασσελάκης αναζητά πολιτικό χώρο στην αντιπολίτευση, αλλά η εξίσωση δύο διαφορετικών κυβερνητικών περιόδων δεν αντέχει στη σύγκριση των αποτελεσμάτων.
Σε μια μάλλον βολική πολιτική εξίσωση, ο Στέφανος Κασσελάκης βάζει στο ίδιο κάδρο τον Αλέξη Τσίπρα και τον Κυριάκο Μητσοτάκη, για να εμφανίσει τους «Δημοκράτες» ως τη δύναμη της «νέας γενιάς». Μόνο που η πολιτική δεν είναι φωτογραφικό κάδρο και οι κυβερνητικές περίοδοι δεν εξισώνονται επειδή το επιθυμεί ένας πολιτικός αρχηγός. Ο Τσίπρας κυβέρνησε την Ελλάδα από το 2015 έως το 2019, ο Μητσοτάκης από το 2019 και μετά, και τα αποτελέσματα των δύο περιόδων έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετικό αποτύπωμα στην οικονομία, στην απασχόληση και στα δημόσια οικονομικά. Επομένως, η προσπάθεια του Κασσελάκη να τους παρουσιάσει ως ένα ενιαίο «παλιό πολιτικό σύστημα» μοιάζει περισσότερο με επικοινωνιακή ανάγκη παρά με σοβαρή πολιτική σύγκριση.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Ο Κασσελάκης δεν κάνει απλώς αντιπολίτευση. Προσπαθεί να τοποθετήσει τον εαυτό του πάνω από δύο διαφορετικές πολιτικές διαδρομές, ώστε να εμφανιστεί ως η αυτονόητη επιλογή του «μετά». Μόνο που για να σταθεί αυτή η κατασκευή πρέπει πρώτα να δεχθεί κανείς ότι Τσίπρας και Μητσοτάκης είναι περίπου το ίδιο πράγμα. Και αυτό ακριβώς είναι που δεν προκύπτει από τα κυβερνητικά αποτελέσματα.
Η εξίσωση Κασσελάκη που προσβάλλει τη μνήμη των αριθμών
Ο Κασσελάκης μπορεί ασφαλώς να έχει την πολιτική άποψη ότι «δεν πάει άλλο» με τον Τσίπρα και τον Μητσοτάκη. Αυτό είναι δική του επιλογή. Εκεί όμως που η πολιτική κριτική αρχίζει να γίνεται αυθαίρετη είναι όταν δύο εντελώς διαφορετικές κυβερνητικές περιόδους μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι, λες και η χώρα έζησε την ίδια πραγματικότητα και παρήγαγε τα ίδια αποτελέσματα.
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη πολιτική μνήμη για να θυμηθεί κανείς τι άφησε πίσω της η διακυβέρνηση Τσίπρα: τρίτο μνημόνιο, capital controls, υπερφορολόγηση, οικονομία καθηλωμένη, επενδύσεις σε χαμηλά επίπεδα και μια χώρα που μόλις το 2018 βγήκε τυπικά από το πρόγραμμα, έχοντας όμως μπροστά της τεράστιες εκκρεμότητες.
Από την άλλη, η περίοδος Μητσοτάκη έχει καταγράψει διαφορετικό οικονομικό αποτύπωμα: ισχυρή ανάπτυξη, σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας, αύξηση επενδύσεων, αναβάθμιση της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας και ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας. Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνεται, ενώ η Ελλάδα έχει αποκτήσει σαφώς ισχυρότερη θέση στις ευρωπαϊκές αγορές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι υπεράνω κριτικής. Σημαίνει όμως ότι η προσπάθεια να εξισωθούν τα αποτελέσματα των δύο περιόδων είναι πολιτικά βολική αλλά πραγματολογικά αβάσιμη.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η αδυναμία της παρέμβασης Κασσελάκη: για να παρουσιάσει τον εαυτό του ως «νέα γενιά», χρειάζεται πρώτα να κατασκευάσει ένα ενιαίο «παλιό» απέναντί του. Μόνο που το «παλιό» που κατασκευάζει δεν είναι ενιαίο. Και τα κυβερνητικά αποτελέσματα δεν προσφέρονται για τέτοιες απλουστεύσεις.