Η σύγκρουση Τσίπρα και Ανδρουλάκη για την πρωτοκαθεδρία στον χώρο της Κεντροαριστεράς φέρνει ξανά στο προσκήνιο τη λογική των παροχών χωρίς αντίκρισμα, με την κυβέρνηση να αντιπαραβάλλει δημοσιονομική σταθερότητα και φοροελαφρύνσεις.

Η φράση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη περί «τζάμπα 1» και «τζάμπα 2» δεν ήταν μια απλή πολιτική ατάκα. Ηταν μια στοχευμένη περιγραφή του ανταγωνισμού που εξελίσσεται ανάμεσα στον Αλέξη Τσίπρα και τον Νίκο Ανδρουλάκη για την ηγεμονία στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς.

Η αντιπαράθεση των δύο πολιτικών αρχηγών φαίνεται να εξελίσσεται σε έναν διαγωνισμό υποσχέσεων, όπου κάθε νέα εξαγγελία επιχειρεί να εμφανιστεί πιο γενναιόδωρη από την προηγούμενη.

Το πρόβλημα, σύμφωνα με την κυβέρνηση, είναι ότι οι παροχές αυτές συνοδεύονται από ελάχιστες ή και καθόλου εξηγήσεις για το πώς θα χρηματοδοτηθούν.

Η ελληνική κοινωνία έχει βιώσει στο παρελθόν το κόστος τέτοιων πολιτικών επιλογών. Η αντίληψη ότι το κράτος μπορεί να μοιράζει διαρκώς χρήματα χωρίς να παράγει αντίστοιχο πλούτο οδήγησε σε δημοσιονομικά αδιέξοδα, τα οποία τελικά κλήθηκαν να πληρώσουν οι φορολογούμενοι.

Το πολιτικό επιχείρημα της κυβέρνησης εδράζεται σε μια απλή διαπίστωση: κάθε παροχή έχει κόστος και κάθε δαπάνη απαιτεί χρηματοδότηση. Η εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας παραμένει ισχυρό σημείο αναφοράς. Οι υποσχέσεις περί κατάργησης μνημονίων, οι εξαγγελίες της Θεσσαλονίκης, οι αναφορές σε σεισάχθειες και η ρητορική περί εύκολων λύσεων βρέθηκαν αντιμέτωπες με τη σκληρή πραγματικότητα της οικονομίας όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας.

Στην κυβερνητική επιχειρηματολογία, η περίοδος εκείνη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του χάσματος ανάμεσα στις προεκλογικές υποσχέσεις και στην εφαρμοσμένη πολιτική.

Γι’ αυτό και η Νέα Δημοκρατία επιδιώκει να υπενθυμίζει διαρκώς ότι τα «δωρεάν» μέτρα δεν είναι ποτέ πραγματικά δωρεάν. Αυτός είναι και ο λόγος που το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να μετατρέψει τη συζήτηση από το ύψος των παροχών στην αξιοπιστία των προτάσεων. Το ερώτημα που θέτει είναι συγκεκριμένο: Ποιος πληρώνει τελικά τον λογαριασμό;

Η παρέμβαση Μαρινάκη

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, ο οποίος επέκρινε τις προτάσεις της αντιπολίτευσης, υποστηρίζοντας ότι η χώρα έχει ήδη πληρώσει ακριβά τη λογική του «λεφτά υπάρχουν».

Μιλώντας στον ΣΚΑΪ, τόνισε ότι η Ελλάδα χρειάζεται πλέον κοστολογημένες πολιτικές και συγκεκριμένα σχέδια χρηματοδότησης και όχι γενικόλογες εξαγγελίες που δημιουργούν προσδοκίες χωρίς αντίκρισμα.

Υπενθύμισε μάλιστα ότι το θεσμικό πλαίσιο πλέον επιβάλλει στα κόμματα να παρουσιάζουν αναλυτικά κοστολογημένα προγράμματα πριν από τις εκλογές, ώστε οι πολίτες να γνωρίζουν ακριβώς τις συνέπειες κάθε πρότασης. Παράλληλα, έστειλε μήνυμα για τη συνέχεια της κυβερνητικής πολιτικής, προαναγγέλλοντας νέες φοροελαφρύνσεις και πρόσθετες παρεμβάσεις στήριξης στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης, στο μέτρο που το επιτρέπουν οι δημοσιονομικές δυνατότητες της οικονομίας.

Η πραγματική πολιτική σύγκρουση δεν αφορά τελικά μόνο τα μέτρα ή τα ποσά που ανακοινώνονται. Αφορά κυρίως την αξιοπιστία όσων τα προτείνουν.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανιστεί ως η δύναμη της δημοσιονομικής υπευθυνότητας, υποστηρίζοντας ότι η ανάπτυξη, οι επενδύσεις, η μείωση της ανεργίας και οι στοχευμένες φοροελαφρύνσεις αποτελούν τον μόνο ασφαλή δρόμο για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση επιμένει στην ανάγκη μεγαλύτερης κρατικής παρέμβασης και ευρύτερων παροχών. Το αποτέλεσμα είναι ένας πολιτικός ανταγωνισμός στον οποίο Τσίπρας και Ανδρουλάκης εμφανίζονται να διεκδικούν τον ίδιο εκλογικό χώρο με παρόμοια επιχειρήματα.

Γι’ αυτό και στο κυβερνητικό στρατόπεδο μιλούν πλέον για έναν «εμφύλιο των τζαμπατζήδων». Εναν διαγωνισμό υποσχέσεων όπου το πολιτικό κέρδος αναζητείται στο παρόν, ενώ ο λογαριασμός μεταφέρεται στο μέλλον. Και όπως υπενθυμίζει η πρόσφατη ελληνική ιστορία, όταν κάποιος υπόσχεται ότι όλα θα είναι δωρεάν, συνήθως κάποιος άλλος καλείται αργότερα να πληρώσει το κόστος.