Το ποιος είναι ο «τζάμπα 1» και ο «τζάμπα 2» είναι εύκολο να γίνει κατανοητό, όπως και το γεγονός ότι το τζάμπα πάντα κάποιος το πληρώνει.

«Ο τζάμπα 1 συναγωνίζεται τον τζάμπα 2» είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης περιγράφοντας τον διαγκωνισμό μεταξύ Αλέξη Τσίπρα και Νίκου Ανδρουλάκη στην παροχολογία και τις υποσχέσεις. Πρόσθεσε όμως ότι «όποιος σας υπόσχεται τζάμπα παροχές να ξέρετε ότι θα σας τα πάρει».

Και εδώ είναι η ουσία. Ό,τι δόθηκε τζάμπα στα χρόνια της μεταπολίτευσης οδήγησε σε μια υπερδεκαετή οικονομική κρίση που την πλήρωσαν όλοι οι πολίτες. Όλοι όσοι δεν μπορούσαν να έχουν χρήματα έξω ή μαύρα δηλαδή.

Επίσης όσοι υποσχέθηκαν τζάμπα την περίοδο της οικονομικής κρίσης είναι οι ίδιοι που αμέσως μόλις ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της χώρας όχι απλά τα πήραν πίσω, πήραν και από αυτά που δεν είχαν υποσχεθεί με τα προγράμματα Θεσσαλονίκης, τις σεισάχθειες και όλα τα σχετικά.

Το εύκολο άλλωστε είναι να υποσχεθείς. Να τάξεις αυτά που θέλουν πολλές φορές ν’ ακούσουν οι πολίτες. Το δύσκολο είναι να δημιουργήσεις τις συνθήκες που θα επιτρέψουν να στηρίξει κανείς την κοινωνική συνοχή και ταυτόχρονα να οδηγήσεις τη χώρα στην ανάπτυξη.

Το να επιχειρεί κάποιος να υφαρπάξει την ψήφο ενός πολίτη με έωλες υποσχέσεις είναι αυτό που ο πολίτης πληρώνει την επόμενη ημέρα ή μακροπρόθεσμα. Δεν θα ήταν άραγε εύκολο για την κυβέρνηση να υποσχεθεί δωρεάν μετακινήσεις; Να ανοίξει το κουτί των υποσχέσεων και να μοιράσει χρήμα ακόμη και από αυτό που δεν έχει; Να γίνει πρόσκαιρα αρεστή και να θριαμβολογεί αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις;

Είναι σίγουρο πως ναι. Ποιος δεν θέλει το χειροκρότημα και τα μπράβο άλλωστε; Το δύσκολο είναι να επιλέγεις να είσαι μακροπρόθεσμα χρήσιμος γι’ αυτούς που σε ψηφίζουν να κυβερνήσεις το καράβι και να μην το οδηγήσεις στην ξέρα.

Και αυτή είναι η διαφορά του Κυριάκου Μητσοτάκης και της κυβέρνησης της ΝΔ με τα κόμματα που επιλέγουν τη στείρα αντιπολίτευση από τη μια πλευρά και την παροχολογία χωρίς αντίκρισμα από την άλλη.