Ο Τάσος Γιαννίτσης, ο επί σειρά ετών «τσάρος» και διαχρονικός ταγός του δημόσιου βίου, ένιωσε ξαφνικά την ανάγκη να βγει στα τηλεοπτικά παράθυρα και να παραδώσει μαθήματα ηθικής.

Μόνο που αυτή τη φορά, ο ομότιμος καθηγητής ξεπέρασε κάθε όριο επιστημονικής σοβαρότητας, υπολογίζοντας με το... μάτι ότι η σημερινή διαφθορά είναι 200 φορές μεγαλύτερη από εκείνη του παρελθόντος. Μια μνημειώδης αυθαιρεσία, ιδανική για να χαϊδέψει τα αυτιά του αντιπολιτευτικού ακροατηρίου, αλλά εντελώς ανάξια για έναν άνθρωπο που υπηρέτησε σε κορυφαία οικονομικά πόστα.

Το πιο εντυπωσιακό, βέβαια, δεν είναι η μετατροπή της πολιτικής ανάλυσης σε καφενειακή υπερβολή. Είναι η επιλεκτική αμνησία που παραδοσιακά διακατέχει την εγχώρια κεντροαριστερή διανόηση. Ο κ. Γιαννίτσης, ως κορυφαίο στέλεχος της περιόδου του «εκσυγχρονισμού», ξέχασε να μας πει πού βρισκόταν όταν η χώρα οδηγήθηκε με μαθηματική ακρίβεια στο... ανώτατο στάδιο του σοσιαλισμού: στην πλήρη δημοσιονομική εκτροπή, τον κρατικισμό και τα ελλείμματα που πλήρωσε ακριβά ο ελληνικός λαός.
Κυρίως, όμως, ο κ. Γιαννίτσης φαίνεται να ξεχνά τη δική του εμβληματική «προσφορά» στον τόπο: το διαβόητο ασφαλιστικό νομοσχέδιο του 2001. Τότε που, ως υπουργός Εργασίας, κατάφερε το ακατόρθωτο: να ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων, να ενώσει όλη την Ελλάδα εναντίον του και τελικά να αποτύχει παταγωδώς να μεταρρυθμίσει το σύστημα, στρώνοντας το χαλί για τη μετέπειτα κατάρρευση.

Είναι πραγματικά οξύμωρο ένας πολιτικός που συνέδεσε το όνομά του με μια από τις μεγαλύτερες κοινωνικές και πολιτικές αποτυχίες της μεταπολίτευσης, να εμφανίζεται σήμερα ως ο απόλυτος κριτής της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης. Για τις δικές του ευθύνες στη διαχείριση της οικονομίας και για το σύστημα που εξέθρεψε τις παθογένειες δεκαετιών, ο κ. Γιαννίτσης δεν βρήκε ούτε μια λέξη να πει. Είναι εύκολο να κουνάς το δάχτυλο ως αμόλυντος κριτής από την ασφάλεια της πανεπιστημιακής έδρας, αλλά η ιστορία έχει ήδη γράψει το δικό της σχόλιο για την περίοδο της δικής του διακυβέρνησης.