Σε τελική ευθεία η δίκη Novartis, με πρόταση ενοχής για τους πρώην προστατευόμενους μάρτυρες.
Την ενοχή των δύο κατηγορουμένων, Φιλίστορα Δεστεμπασίδη και Μαρίας Μαραγγέλη, για τα αδικήματα της ψευδούς κατάθεσης και της ψευδούς καταμήνυσης, ζήτησε σήμερα η εισαγγελέας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώπιον του οποίου εκδικάζεται σε δεύτερο βαθμό η υπόθεση των πρώην προστατευόμενων μαρτύρων της Novartis.
Οι δύο κατηγορούμενοι δικάζονται για όσα, κατά το κατηγορητήριο, είχαν ψευδώς καταθέσει αναφορικά με δέκα πολιτικά πρόσωπα, τα οποία είχαν κατονομάσει ως αποδέκτες χρηματισμού από τη φαρμακοβιομηχανία.
«Ζητώ την καταδίκη των δύο κατηγορουμένων έχουν ευθύνη αλλά όχι την πλήρη ευθύνη για τη δολοφονία χαρακτήρων των πολιτικών προσώπων», ανέφερε η εισαγγελέας, ζητώντας την ενοχή τους όπως και πρωτοδίκως, με εξαίρεση δύο πράξεις ψευδούς καταμήνυσης. Η πρώτη αφορά κατάθεση της Μαρίας Μαραγγέλη σε βάρος του Ανδρέα Λοβέρδο, ενώ η δεύτερη σχετίζεται με όσα είχε καταθέσει σε βάρος του Μάριου Σαλμά. Όπως διευκρίνισε, «Για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης του 2017 που αφορά στον κ. Λοβέρδο η δίωξη έχει παύσει ήδη λόγω παραγραφής. Το ίδιο ισχύει και για τον κ. Σαλμά καθώς σήμερα λαμβάνει χώρα η παραγραφή και του συγκεκριμένου αδικήματος».
Κατά την αγόρευσή της, η εισαγγελέας ανέλυσε εκτενώς όλες τις πτυχές της πολύκροτης υπόθεσης, αφήνοντας αιχμές τόσο για τους εισαγγελείς Διαφθοράς που χειρίστηκαν τη δικογραφία όσο και για μερίδα ΜΜΕ, τα οποία –όπως είπε– «με πηχυαίους τίτλους έγραφαν “τους πιάσαμε”».
«Δεν προκύπτει κανένα αποδεικτικό μέσο που να αφορά σε χρηματισμό πολιτικού προσώπου και αυτό είναι αξιοπερίεργο», τόνισε, διερωτώμενη γιατί δεν προσκομίστηκε ούτε ένα στοιχείο, παρά τις αναφορές της κατηγορούμενης σε μεθοδεύσεις και πληρωμές. «Η κατηγορούμενη μίλησε για μεθόδευση και για πληρωμές αλλά είναι αξιοπερίεργο ότι καταθέτει τα όσα καταθέτει χωρίς να προσκομίζει ούτε ένα στοιχείο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον άλλοτε ισχυρό άνδρα της Novartis στην Ελλάδα, Κωνσταντίνο Φρουζή, τον οποίο οι δύο κατηγορούμενοι –και κυρίως ο Δεστεμπασίδης– είχαν παρουσιάσει ως «πηγή» των πληροφοριών τους. «Ο Κων. Φρουζής ήταν μια σκοτεινή προσωπικότητα… Είναι αξιοπερίεργο το πώς άνοιγε εύκολα το στόμα του…», σημείωσε, προσθέτοντας πάντως ότι στο δικαστήριο εμφανίστηκε πιο «μαζεμένος» από τις περιγραφές.
Κατά την εισαγγελέα, το κοινό στοιχείο στις καταθέσεις των δύο κατηγορουμένων για τα πολιτικά πρόσωπα ήταν το πρόσωπο του Φρουζή, ο οποίος ανέφερε πως, ως αντιπρόεδρος της Novartis και μέσω της προεδρίας του στον ΣΦΕΕ, συνομιλούσε με πολιτικά πρόσωπα. Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, «τίποτα δεν διασφαλίζει ότι αυτά που έλεγε ο Φρουζής… ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα», επισημαίνοντας ότι είχε αποχωρήσει από την εταιρεία λόγω οικονομικών ατασθαλιών.
Η εισαγγελέας ζήτησε επίσης να απορριφθούν όλοι οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, αναφερόμενη ειδικά στις δηλώσεις της Μαραγγέλη περί «βράβευσής» της στις ΗΠΑ. Όπως εξήγησε, «είναι διαφορετικές οι διαδικασίες σε ΗΠΑ και Ελλάδα», ενώ ο αμερικανικός συμβιβασμός με την εταιρεία δεν αφορούσε δωροδοκίες πολιτικών προσώπων και δεν έχει αντίστοιχο στο ελληνικό δίκαιο.
Σε αυστηρό τόνο, πρόσθεσε ότι οι κατηγορούμενοι όφειλαν να γνωρίζουν τις συνέπειες των λεγομένων τους: «Δεν μπορεί κάποιος να πηγαίνει ελαφρά τη καρδία να κάνει τέτοια κατάθεση και να λέει ότι “εγώ κατέθεσα αυτά που είδα”, όχι κατέθεσες αυτά που συνήγαγες».
Αναφερόμενη ειδικά στον Δεστεμπασίδη, σημείωσε: «Κατέθεσε ότι έκανε υπολογισμούς με το μυαλό του… Αυτό δεν είναι ομολογία ψευδούς κατάθεσης;», απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ότι οι καταθέσεις του είχαν απλώς διηγηματικό χαρακτήρα.
Τέλος, η εισαγγελέας άφησε σαφείς αιχμές για όσους, όπως είπε, «σαν κοράκια» εκμεταλλεύτηκαν την υπόθεση, υπογραμμίζοντας ότι «εδώ ήταν πίσω η δικαστική έρευνα και πολύ μπροστά η δημοσιοποίηση στοιχείων», γεγονός που –κατά την ίδια– έπληξε το κύρος και την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης.

