Η μάχη των εκλογών θα κριθεί μεταξύ Μητσοτάκη και Τσίπρα, εκτίμησε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και ξύπνησε μνήμες από την πορεία σταδιακής απαξίωσης της μεταπολιτευτικής ΕΔΗΚ.
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που για να αποδομηθεί ένα κόμμα δεν χρειάζονται αντίπαλοι. Αρκούν οι δηλώσεις της ίδιας του της ηγεσίας, που μέσα από μια εικόνα διαρκούς εκλογικής συρρίκνωσης, εσωτερικής αμφισβήτησης και στρατηγικής σύγχυσης, η παρακμή αποκτά χαρακτηριστικά ιστορικής επανάληψης.
Το ΠΑΣΟΚ μοιάζει να ζει μία από τις πιο δύσκολες περιόδους της σύγχρονης διαδρομής του. Οχι μόνο γιατί αδυνατεί να πείσει ότι μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική κυβερνητική πρόταση, αλλά κυρίως γιατί η ηγεσία του εκπέμπει το μήνυμα ότι δεν πιστεύει πως μπορεί να πρωταγωνιστήσει. Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται το «φάντασμα» του Ιωάννη Ζίγδη.
Ενας αρχηγός που έμεινε στην πολιτική ιστορία ως ο άνθρωπος που, όταν το κόμμα του, η ΕΔΗΚ, κατέρρευσε εκλογικά, απέμεινε μόνος του να κατέχει μια… ταμπέλα, χωρίς κανένα πολιτικό βάρος.
Σύμβολα χωρίς ουσία
Πολλοί βλέπουν σήμερα στο ΠΑΣΟΚ μια ανάλογη εικόνα. Το κόμμα διαθέτει ακόμα ιστορικό όνομα, σύμβολα, παράδοση και οργανωτικό μηχανισμό. Ομως ολοένα και περισσότερο μοιάζει να χάνει εκείνο που αποτελεί την ουσία κάθε πολιτικού οργανισμού: την πεποίθηση ότι μπορεί να νικήσει.
Και αυτή η εικόνα ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από την πρόσφατη παραδοχή του Νίκου Ανδρουλάκη ότι το πολιτικό σκηνικό διαμορφώνεται γύρω από το δίπολο Μητσοτάκη- Τσίπρα. Ισως δεν το επιδίωκε. Ισως ήθελε να ασκήσει κριτική. Ομως το αποτέλεσμα δεν ήταν αυτό που ήθελε.
Γιατί όταν ένας αρχηγός περιγράφει ως κυρίαρχο πολιτικό πλαίσιο τη σύγκρουση μεταξύ δύο άλλων πολιτικών, στην πραγματικότητα μετακινεί το κόμμα του στη θέση του απλού παρατηρητή, που δεν μπορεί να διεκδικήσει την εξουσία.
Η πολιτική είναι πρωτίστως υπόθεση ψυχολογίας.
Οι ψηφοφόροι δεν ακολουθούν εύκολα εκείνον που εμφανίζεται να αποδέχεται ότι το παιχνίδι παίζεται αλλού.
Ακολουθούν εκείνον που δείχνει ότι πιστεύει στη νίκη.
Η μεγαλύτερη ζημιά, λοιπόν, δεν βρίσκεται μόνο στη συγκεκριμένη δήλωση. Βρίσκεται στο πολιτικό μήνυμα που εκπέμπεται προς την κοινωνία.
Αν ακόμη και ο ίδιος ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ θεωρεί πως η πραγματική αναμέτρηση διεξάγεται ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Αλέξη Τσίπρα, τότε γιατί ένας πολίτης να θεωρήσει ότι το ΠΑΣΟΚ αποτελεί τον βασικό διεκδικητή;
Η εικόνα αυτή δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο.
Οσο το κόμμα εμφανίζεται να αποδέχεται δευτερεύοντα ρόλο, τόσο δυσκολότερα προσελκύει νέους ψηφοφόρους.
Και όσο δυσκολεύεται να αυξήσει την επιρροή του, τόσο περισσότερο παγιώνεται η αντίληψη ότι δεν αποτελεί δύναμη εξουσίας. Ετσι η πολιτική συρρίκνωση γίνεται αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Ακόμη πιο προβληματικό είναι ότι η συγκεκριμένη εικόνα έρχεται σε μια περίοδο όπου στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ παραμένουν ανοιχτές σημαντικές συζητήσεις για τη στρατηγική του κόμματος. Στελέχη εκφράζουν διαφορετικές προσεγγίσεις για τις μελλοντικές συνεργασίες, για την ιδεολογική φυσιογνωμία, ακόμη και για την εκλογική τακτική.
Αντί όμως να παρουσιάζεται μια συμπαγής πρόταση εξουσίας, η δημόσια εικόνα παραμένει κατακερματισμένη.
Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αναφορά στο δίπολο Μητσοτάκη-Τσίπρα λειτούργησε ως έμμεση παραδοχή ότι το ΠΑΣΟΚ δεν βρίσκεται στο επίκεντρο των εξελίξεων.
Στην πολιτική, όμως, οι συμβολισμοί πολλές φορές είναι ισχυρότεροι από τις ίδιες τις προθέσεις. Η κοινωνία δεν αναλύει κάθε φράση. Συγκρατεί τη μεγάλη εικόνα, που λέει ότι άλλοι πλέον καθορίζουν το πολιτικό παιχνίδι, κάτι που δύσκολα μοιάζει με προσπάθεια επαναφοράς του ΠΑΣΟΚ σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Γιατί κανένα κόμμα δεν μπορεί να διεκδικήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών αν πρώτα δεν πείσει ότι πιστεύει στον ίδιο του τον εαυτό.
Στρατηγικό πρόβλημα
Το πολιτικό πρόβλημα, επομένως, δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι βαθιά στρατηγικό. Το ΠΑΣΟΚ μοιάζει να αναζητά ακόμη την ταυτότητά του ανάμεσα στην ιστορική του κληρονομιά και στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα.
Ομως η ιστορία διδάσκει ότι όταν ένα κόμμα αρχίζει να αποδέχεται ως φυσιολογικό τον ρόλο του τρίτου, του παρατηρητή, η επιστροφή στην πρωταγωνιστική θέση γίνεται ολοένα δυσκολότερη. Και τότε οι ιστορικοί παραλληλισμοί παύουν να είναι απλές πολιτικές μεταφορές. Γίνονται προειδοποιήσεις.
Το όνομα μπορεί να παραμένει ισχυρό και το έμβλημα να προκαλεί ακόμη αναμνήσεις, όμως δεν αρκούν για να κρατήσουν ζωντανό έναν πολιτικό οργανισμό. Χρειάζεται η κοινωνική δυναμική, η αυτοπεποίθηση της ηγεσίας και η πεποίθηση των πολιτών ότι μπορεί πραγματικά να αλλάξει τους συσχετισμούς.
Οταν αυτά αμφισβητούνται, τότε ακόμη και τα πιο βαριά ιστορικά ονόματα κινδυνεύουν να μετατραπούν σε απλές αναφορές του παρελθόντος. Γι’ αυτό το «φάντασμα» του Ζίγδη αρχίζει να μοιάζει για το ΠΑΣΟΚ με πολιτικό καθρέφτη, μέσα στον οποίο κάποιοι βλέπουν την εικόνα ενός κόμματος που παλεύει, όχι μόνο να πείσει τους πολίτες, αλλά πρώτα να πείσει τον ίδιο του τον εαυτό ότι μπορεί να επιστρέψει σε πρωταγωνιστικό ρόλο.