Ο σχηματισμός «κυβέρνησης ηττημένων» φαίνεται να είναι το σχέδιο απελπισίας του Νίκου Ανδρουλάκη απέναντι στην κυριαρχία του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Όσο οι δημοσκοπήσεις επιμένουν να δείχνουν ένα ΠΑΣΟΚ που δυσκολεύεται να ξεφύγει από τα χαμηλά ποσοστά και να διαμορφώσει πραγματική δυναμική εξουσίας, τόσο περισσότερο φαίνεται να κυριαρχεί στην ηγεσία του κόμματος μια λογική πολιτικής επιβίωσης.

Μια λογική που μεταφράζεται σε σενάρια «προοδευτικών συνεργασιών» και «μετώπων», τα οποία όμως, πίσω από τη ρητορική περί δημοκρατικής παράταξης, μοιάζουν περισσότερο με σχέδιο μιας… κυβέρνησης ηττημένων παρά με σοβαρή κυβερνητική πρόταση για τη χώρα.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης εμφανίζεται όλο και πιο πρόθυμος να επενδύσει σε μια ευρεία συμμαχία του λεγόμενου «προοδευτικού τόξου».

Στην πράξη όμως, το τόξο αυτό θυμίζει περισσότερο μωσαϊκό πολιτικής αδυναμίας: από την Πλεύση Ελευθερίας μέχρι τον ΣΥΡΙΖΑ –εφόσον εξακολουθεί να υπάρχει ως συγκροτημένος πολιτικός χώρος–, από τον Αλέξη Τσίπρα ως πιθανό «παράγοντα επιστροφής» μέχρι τη ΝΕΑΡ, εφόσον κι αυτή καταφέρει να αποκτήσει πολιτική υπόσταση.

Ένα άθροισμα δηλαδή κομμάτων και σχημάτων που σήμερα περισσότερο παλεύουν για την πολιτική τους επιβίωση παρά για την κυβερνητική προοπτική της χώρας.

Δημοσκοπικό άγχος

Η εικόνα αυτή δημιουργεί ένα βασικό ερώτημα: πρόκειται πράγματι για στρατηγική ανανέωσης του προοδευτικού χώρου ή για απελπισμένη προσπάθεια πολιτικής συντήρησης ενός κόμματος που αδυνατεί να πείσει ότι μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική λύση εξουσίας;

Οι χαμηλές δημοσκοπικές επιδόσεις του ΠΑΣΟΚ φαίνεται να λειτουργούν ως καταλύτης αυτής της στρατηγικής. Αντί το κόμμα να επιχειρήσει να ανακτήσει την κοινωνική του βάση με σαφές πολιτικό σχέδιο, καταφεύγει στη γνωστή ελληνική πολιτική συνταγή: τη δημιουργία μετώπων. Όμως τα μέτωπα, όταν δεν στηρίζονται σε κοινό πρόγραμμα και πραγματική πολιτική σύγκλιση, καταλήγουν συχνά σε πρόχειρες συγκολλήσεις αντιφάσεων.

Στην περίπτωση αυτή, οι αντιφάσεις είναι προφανείς. Πώς μπορεί να συνυπάρξει σε ένα κυβερνητικό σχήμα η Πλεύση Ελευθερίας με τον ΣΥΡΙΖΑ; Ποιο θα είναι το κοινό πλαίσιο πολιτικής μεταξύ ενός ΠΑΣΟΚ που επιδιώκει να εμφανίζεται ως υπεύθυνη σοσιαλδημοκρατική δύναμη και κομμάτων που έχουν οικοδομήσει την πολιτική τους ταυτότητα πάνω στην καταγγελτική ρητορική; Και ποιος θα αναλάβει τελικά τον ρόλο του «κεντρικού πόλου» σε μια τέτοια ετερόκλητη συμμαχία;

Η απάντηση μοιάζει ασαφής. Γιατί στην πραγματικότητα το σχέδιο αυτό δεν φαίνεται να ξεκινά από την ανάγκη προγραμματικής σύγκλισης, αλλά από μια απλή αριθμητική λογική: αν οι πολιτικές δυνάμεις του λεγόμενου προοδευτικού χώρου αθροίσουν τα ποσοστά τους, ίσως καταφέρουν να δημιουργήσουν εναλλακτική κυβερνητική πλειοψηφία.

Αυτή όμως η λογική οδηγεί σε πολιτική παγίδα. Διότι μια κυβέρνηση που προκύπτει ως άθροισμα εκλογικών αδυναμιών κινδυνεύει να μετατραπεί σε κυβέρνηση πολιτικής αστάθειας. Και η Ελλάδα έχει ήδη πληρώσει ακριβά στο παρελθόν πειράματα κυβερνητικών σχημάτων χωρίς σαφή πολιτική συνοχή.

Το πρόβλημα για τον Νίκο Ανδρουλάκη είναι ότι όσο περισσότερο επενδύει σε τέτοια σενάρια, τόσο περισσότερο ενισχύεται η εντύπωση ότι το ΠΑΣΟΚ δεν διαθέτει δικό του, αυτόνομο σχέδιο εξουσίας. Ότι δεν επιδιώκει να πείσει την κοινωνία να το εμπιστευθεί ως πρώτη δύναμη, αλλά προσπαθεί να βρει τον δρόμο προς την κυβέρνηση μέσα από πολιτικούς ελιγμούς και συμμαχίες ανάγκης.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της κριτικής. Διότι ένα κόμμα που κάποτε διεκδικούσε την ηγεμονία στον χώρο της Κεντροαριστεράς εμφανίζεται σήμερα να αναζητά σωσίβια πολιτικής επιβίωσης σε έναν κατακερματισμένο πολιτικό χάρτη. Αντί να οικοδομεί πολιτική αυτοπεποίθηση, μοιάζει να αποδέχεται τη θέση του ως ενός ακόμη κρίκου σε μια αλυσίδα μικρών και αδύναμων σχημάτων.

Η συζήτηση περί «προοδευτικής διακυβέρνησης» θα μπορούσε να έχει νόημα αν συνοδευόταν από καθαρό πρόγραμμα για την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, την άμυνα και το κράτος. Όμως μέχρι στιγμής αυτό που κυριαρχεί είναι μια γενική και αόριστη ρητορική τοξικής πολιτικής αντιπαράθεσης απέναντι στη Νέα Δημοκρατία, με μοναδικό επιχείρημα το πώς θα φύγει ο Κυριάκος Μητσοτάκης από την εξουσία.

Τυφλή άρνηση

Και εδώ γεννιέται το πιο κρίσιμο ερώτημα: αρκεί η αντίθεση προς έναν πολιτικό αντίπαλο για να αποτελέσει θεμέλιο κυβερνητικής πρότασης; Η εμπειρία δείχνει πως όχι. Οι κοινωνίες δεν εμπιστεύονται κυβερνήσεις που συγκροτούνται μόνο πάνω στη βάση της αντιπαλότητας και του τοξικού λόγου, όπως της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ που λέει «όχι» σε όλες τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες.

Aντιθέτως, οι κοινωνίες χρειάζονται καθαρό όραμα, σχέδιο και πολιτική συνοχή.

Αν λοιπόν η Χαριλάου Τρικούπη πιστεύει πραγματικά ότι η χώρα χρειάζεται μια νέα προοδευτική πορεία, οφείλει πρώτα να αποδείξει ότι διαθέτει τη δύναμη και την αυτοπεποίθηση να ηγηθεί. Διαφορετικά, τα σενάρια περί «κυβέρνησης ηττημένων» κινδυνεύουν να επιβεβαιωθούν, όχι ως πολιτική κακεντρέχεια των αντιπάλων, αλλά ως πραγματικότητα.