Από Τέμπη έως ΒΟΑΚ, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ εξασκεί την τέχνη της κριτικής χωρίς αυτοκριτική, σαν να βλέπει πάντα φαντάσματα.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης ανέβηκε και πάλι στο πολιτικό πόντιουμ, έτοιμος να διευθύνει την ορχήστρα των «φταιχτών». Από την σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών, μέχρι τις καθυστερήσεις στον ΒΟΑΚ, κάθε αποτυχία έχει τη δική της μουσική υπόκρουση - πάντα όμως με τους άλλους στο ρόλο των κακών, και τον ελληνικό λαό να πληρώνει το εισιτήριο. Η μαεστρία του βρίσκεται στην υπερβολή: όσο πιο δραματικό το πρόβλημα, τόσο πιο έντονη η επίθεση, χωρίς καμία πρόταση που να αγγίζει την πραγματική λύση.

Στη Βουλή, ο Ανδρουλάκης ξέρει καλά τον τρόπο να μετατρέπει κάθε νομοσχέδιο σε τηλεοπτικό επεισόδιο. Οι πολίτες μαθαίνουν ότι οι «κακές κυβερνήσεις» φταίνε για τα πάντα, από την ακρίβεια στο αγροτικό πετρέλαιο μέχρι τις αποζημιώσεις που βαραίνουν τον κρατικό προϋπολογισμό. Και το χειρότερο; Η αίσθηση ότι όλα αυτά είναι καινούργια, λες και η χώρα ξεχνάει τις προηγούμενες κυβερνήσεις που επί χρόνια έχουν παγιώσει την κατάσταση.

Η ορχήστρα του χάους

Με λίγα λόγια, η πολιτική του Ανδρουλάκη μοιάζει με μαέστρο που χειροκροτεί την ορχήστρα του χάους: δείχνει πάντα τη μελωδία της ανεπάρκειας αλλού, αλλά ποτέ την παρτιτούρα που θα την αποτρέψει. Από το FIR μέχρι τις μονάδες φυσικού αερίου, κάθε καταστροφή έχει το δικό της θεατρικό στιγμιότυπο, με το κοινό να κοιτάζει τις αποζημιώσεις να φουσκώνουν, χωρίς να ακούγεται καμία νότα υπευθυνότητας.

Στο τέλος, ο Ανδρουλάκης συνεχίζει το σόου του με ένα χαμόγελο ειρωνείας, σαν να λέει: «Όλα τα βλέπω, όλα τα ξέρω, αλλά οι λύσεις; Α, όχι δικά μου αυτά». Η ελληνική πολιτική σκηνή γίνεται έτσι το δικό του κοντσέρτο, όπου η κριτική και η επίθεση είναι πάντα πρώτα βιολιά, και η πραγματική αλλαγή… δυστυχώς, χάνει κάθε νότα.