Το κόμμα του Δημήτρη Νατσιού επαναφέρει το αφήγημα περί «εκβιασμού» και «κάρτας πολίτη», επιχειρώντας να κρατήσει ζωντανό ένα μέτωπο που τροφοδοτείται περισσότερο από την καχυποψία των Fake News παρά από αποδεδειγμένα στοιχεία.

Οι νέες ηλεκτρονικές ταυτότητες, η ψηφιακή ταυτότητα, τα προσωπικά δεδομένα, η κυβέρνηση και η πολιτική αντιπαράθεση επανέρχονται στο επίκεντρο μετά τη νέα ανακοίνωση της Νίκης. Με αφορμή τη λήξη της ισχύος των παλαιού τύπου ταυτοτήτων για ταξίδια στο εξωτερικό, το κόμμα του Δημήτρη Νατσιού εξαπολύει νέα επίθεση κατά της κυβέρνησης, κάνοντας λόγο για «εκβιασμό των πολιτών» και επαναφέροντας τους ισχυρισμούς περί περιορισμού των ατομικών ελευθεριών και μετατροπής της νέας ταυτότητας σε εργαλείο κρατικού ελέγχου. Ωστόσο, πίσω από την ιδιαίτερα υψηλών τόνων ρητορική, η πολιτική επιχειρηματολογία της Νίκης εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως σε εκτιμήσεις και υποθετικά σενάρια για μελλοντικές εξελίξεις, χωρίς να συνοδεύεται από νέα τεκμηριωμένα στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς.

Πέρα από την καθαρά πολιτική αντιπαράθεση, η νέα παρέμβαση της Νίκης αναδεικνύει και τη στρατηγική που ακολουθεί το κόμμα απέναντι σε ζητήματα υψηλού συμβολισμού. Οι νέες ταυτότητες αποτελούν εδώ και καιρό έναν από τους βασικούς άξονες της πολιτικής του ατζέντας, με τη δημόσια επιχειρηματολογία να επαναλαμβάνει σταθερά τα ίδια ερωτήματα και τις ίδιες αιτιάσεις. Το ζητούμενο, ωστόσο, είναι κατά πόσο η συνεχής αναπαραγωγή αυτών των ισχυρισμών συμβάλλει σε έναν τεκμηριωμένο δημόσιο διάλογο ή λειτουργεί κυρίως ως εργαλείο πολιτικής συσπείρωσης ενός συγκεκριμένου ακροατηρίου.

Η ρητορική του φόβου

Η Νίκη επιλέγει να επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τις νέες ταυτότητες, όχι παρουσιάζοντας νέα δεδομένα ή τεκμηριωμένες αποδείξεις, αλλά επενδύοντας ξανά στη ρητορική του φόβου και της δυσπιστίας απέναντι στους θεσμούς. Οι αναφορές σε «εκβιασμό», «τετελεσμένα» και «κάρτα πολίτη» μπορεί να κινητοποιούν ένα συγκεκριμένο ακροατήριο, δύσκολα όμως συνιστούν τεκμηριωμένο πολιτικό επιχείρημα όταν δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένα στοιχεία.

Η στρατηγική αυτή δεν είναι καινούργια. Η Νίκη επιχειρεί να διατηρήσει στην πολιτική επικαιρότητα ένα θέμα υψηλού συμβολισμού για τη βάση της, μετατρέποντας τις ανησυχίες για τα προσωπικά δεδομένα σε συνολικό αφήγημα περί περιορισμού των ελευθεριών. Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να στηρίζεται σε υποθέσεις για το τι «ενδέχεται» να συμβεί στο μέλλον, αλλά σε όσα προβλέπει σήμερα το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πολίτες δεν δικαιούνται να ζητούν διαφάνεια και σαφείς απαντήσεις από την κυβέρνηση. Σημαίνει όμως ότι άλλο η θεμιτή απαίτηση για ενημέρωση και άλλο η καλλιέργεια ενός κλίματος διαρκούς καχυποψίας χωρίς επαρκή τεκμηρίωση. Όταν η πολιτική μετατρέπεται σε διαδοχή υποθετικών κινδύνων, ο δημόσιος διάλογος χάνει την ουσία του.

Τελικά, η Νίκη δείχνει να επενδύει περισσότερο στη συντήρηση ενός αφηγήματος που συσπειρώνει το παραδοσιακό της ακροατήριο, παρά στην κατάθεση μιας ολοκληρωμένης εναλλακτικής πρότασης. Και αυτό, όσο επικοινωνιακά χρήσιμο κι αν αποδεικνύεται, δύσκολα αρκεί για να διευρύνει την πολιτική της επιρροή.