Νέα Αριστερά και Κίνημα Δημοκρατίας επιχειρούν να επανασυστηθούν, αλλά και οι δύο αντιμετωπίζουν υπαρξιακό πρόβλημα.

Σε μια περίοδο όπου το πολιτικό σκηνικό της χώρας δείχνει παγιωμένο και οι εκλογικές συμπεριφορές γίνονται όλο και πιο σταθερές, δύο πολιτικοί σχηματισμοί που προέκυψαν από τα συντρίμμια του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρούν να επανασυστηθούν μέσω συνεδρίων.

Η Νέα Αριστερά, που αποχώρησε οργανωμένα από τον ΣΥΡΙΖΑ και διαθέτει κοινοβουλευτική παρουσία, και το Κίνημα Δημοκρατίας του Στέφανου Κασσελάκη, με πιο μικρή κοινοβουλευτική παρουσία, ετοιμάζονται να καταθέσουν το πολιτικό τους στίγμα. Όμως, πολιτικοί παρατηρητές αντιμετωπίζουν αυτά τα συνέδρια με έντονο σκεπτικισμό, φτάνοντας στο σημείο να τα χαρακτηρίζουν ακόμη και «συνέδρια-μνημόσυνα».

Ο λόγος είναι απλός αλλά αμείλικτος: και τα δύο κόμματα μόλις που ανιχνεύονται δημοσκοπικά, κινούμενα πέριξ της μονάδας. Σε ένα πολιτικό σύστημα όπου το όριο πολιτικής επιβίωσης είναι το 3%, η πραγματικότητα αυτή δημιουργεί υπαρξιακά ερωτήματα που καμία συνεδριακή διαδικασία δεν μπορεί εύκολα να απαντήσει.

Η Νέα Αριστερά γεννήθηκε ως αποτέλεσμα πολιτικής ρήξης. Στελέχη με μακρά κοινοβουλευτική και κυβερνητική εμπειρία αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, καταγγέλλοντας αλλοίωση της πολιτικής φυσιογνωμίας του κόμματος, έλλειψη συλλογικότητας και στροφή προς έναν προσωποκεντρικό και επικοινωνιακό λόγο. Με την κοινοβουλευτική της παρουσία, η Νέα Αριστερά διατηρεί έναν βαθμό αριστερής θεσμικής σοβαρότητας και πολιτικής ορατότητας. Όμως, αυτό δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε κοινωνική δυναμική.

Το Συνέδριό της (22-25 Ιανουαρίου στο ΣΕΦ) φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως ιδρυτική πράξη, μέχρι το σημείο όπου θα αποκρυσταλλωθεί η ιδεολογική της ταυτότητα και θα παρουσιαστεί ένα συνεκτικό πολιτικό σχέδιο. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και εντός των κόλπων της, υπάρχει η αίσθηση ότι το εγχείρημα ξεκίνησε περισσότερο ως άρνηση του ΣΥΡΙΖΑ που άλλαξε, παρά ως θετική αριστερή πρόταση. Και αυτό αποτελεί δομικό πρόβλημα, γιατί τα κόμματα δεν επιβιώνουν μόνο από το «τι δεν είναι», αλλά και από το «τι θέλουν να γίνουν».

Σύμφωνα με το Πολιτικό Γραφείο του κόμματος, στο Συνέδριο θα συμμετάσχουν περισσότεροι από 1.500 σύνεδροι απ’ όλη την Ελλάδα, με στόχο «την εκπόνηση ενός πολιτικού προγράμματος που θα απαντά στα πραγματικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας και όχι μόνο...» αναπαράγοντας τα... μεγαλόπνοα σχέδια που ακούγονται από τα κόμματα της Αριστεράς διαχρονικά.

Από την άλλη πλευρά, το Κίνημα Δημοκρατίας του Στέφανου Κασσελάκη αποτελεί ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό πείραμα. Εδώ δεν υπάρχει συλλογική αποχώρηση, αλλά η πολιτική διαδρομή ενός προσώπου που βρέθηκε στην κορυφή του ΣΥΡΙΖΑ με ταχύτητα και αποχώρησε εξίσου γρήγορα, αφήνοντας πίσω του βαθύ εσωκομματικό τραύμα. Το νέο κόμμα επιχείρησε να κεφαλαιοποιήσει το αφήγημα της «ρήξης με το παλιό» και της σύγκρουσης με το κομματικό κατεστημένο, χωρίς ωστόσο να έχει αποσαφηνίσει ιδεολογικά τι ακριβώς πρεσβεύει.

Το Συνέδριο που έχει εξαγγείλει ο Στέφανος Κασσελάκης (7 και 8 Φεβρουαρίου) λειτουργεί περισσότερο ως πολιτικό γεγονός συμβολικού αποχαιρετισμού και λιγότερο ως οργανωτική διεργασία. Η έντονη προσωποποίηση, η συναισθηματική ρητορική και η επικοινωνιακή στρατηγική στα κοινωνικά δίκτυα δημιούργησαν κατά το παρελθόν θόρυβο, αλλά όχι το απαραίτητο πολιτικό βάθος.

Και εδώ ακριβώς γεννήθηκε ο χαρακτηρισμός «συνέδρια-μνημόσυνα»: μνημόσυνα όχι μόνο για τον ΣΥΡΙΖΑ, από τον οποίο προήλθαν και τα δύο κόμματα, αλλά και για μια προσδοκία πολιτικής ανατροπής στον χώρο της Αριστεράς, που δεν βρήκε στο ελάχιστο κοινωνικό έρεισμα.

Οι δημοσκοπήσεις είναι αμείλικτες. Παρά τη συνεχή προβολή του παρελθόντος, το Κίνημα Δημοκρατίας δεν καταφέρνει να ξεφύγει από τα χαμηλά μονοψήφια ποσοστά, ενώ η Νέα Αριστερά, παρά την κοινοβουλευτική της παρουσία, παραμένει σχεδόν αόρατη για τη μεγάλη πλειονότητα των ψηφοφόρων. Αυτό δημιουργεί ένα κοινό υπαρξιακό δίλημμα: έχουν λόγο αυτόνομης πολιτικής ύπαρξης ή αποτελούν μεταβατικά σχήματα;

Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι, αν η εικόνα αυτή δεν αλλάξει δραστικά, μέχρι τις επόμενες εθνικές εκλογές τα δύο αυτά κόμματα θα βρεθούν μπροστά σε σκληρές αποφάσεις. Χωρίς προσχώρηση, συνεργασία ή απορρόφηση από μεγαλύτερους πολιτικούς σχηματισμούς, είναι βέβαιο ότι θα εξαφανιστούν πλήρως από τον πολιτικό χάρτη. Η ελληνική πολιτική ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα κομμάτων που γεννήθηκαν με φιλοδοξίες, αλλά δεν επιβίωσαν ούτε μία εκλογική αναμέτρηση.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οργανωτικό ή επικοινωνιακό. Είναι βαθιά πολιτικό. Και τα δύο μικρά κόμματα απευθύνονται σε έναν χώρο ήδη κατακερματισμένο, κουρασμένο και απογοητευμένο. Ο λεγόμενος προοδευτικός χώρος, ύστερα από συνεχείς ήττες και διασπάσεις, δείχνει ανίκανος να παραγάγει ένα πειστικό πολιτικό αφήγημα. Τα συνέδρια, όσο καλοστημένα κι αν είναι, δεν αρκούν για να καλύψουν αυτό το κενό.

Πάντως, για τους πολιτικούς παρατηρητές, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: πρόκειται για συνέδρια επανεκκίνησης ή για τελετές αποχαιρετισμού; Για γενέθλια ή για μνημόσυνα; Η απάντηση δεν θα δοθεί στα χειροκροτήματα των συνέδρων ούτε στα επικοινωνιακά πλάνα. Θα δοθεί στην κάλπη. Και εκεί, η πολιτική είναι πάντα πιο σκληρή από τις προθέσεις.

Αν η Νέα Αριστερά και το Κίνημα Δημοκρατίας δεν καταφέρουν να ξεπεράσουν το παρελθόν τους και να μιλήσουν πειστικά για το μέλλον, αρθρώνοντας μια κάποια διαφορετική πρόταση, τότε τα συνέδριά τους θα καταγραφούν όχι ως σταθμοί πολιτικής αναγέννησης, αλλά ως οι τελευταίοι σταθμοί πριν την έξοδο από τον πολιτικό χάρτη.