Ο Αλέξης Τσίπρας παρουσιάζει νέο πολιτικό σχέδιο, όμως η επιστροφή του στην εξουσία περνά από τις αντιφάσεις και τα πεπραγμένα της προηγούμενης διακυβέρνησης.
Η πολιτική επιστροφή δεν χτίζεται μόνο με νέες διακηρύξεις, αλλά κυρίως με την αντιμετώπιση των παλιών λογαριασμών. Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στην πολιτική του διαδρομή, παρουσιάζοντας την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη ως τη δύναμη που μπορεί να εκφράσει μια διαφορετική πρόταση διακυβέρνησης απέναντι στη Νέα Δημοκρατία. Από το βήμα του 30ού Annual Government Roundtable του Economist, ο πρώην πρωθυπουργός ξεδίπλωσε ένα αφήγημα ανασύνταξης με αιχμές για την οικονομία, την Παιδεία, την εξωτερική πολιτική και τη λειτουργία του σημερινού πολιτικού συστήματος, επιχειρώντας να εμφανιστεί ξανά ως φορέας πολιτικής αλλαγής και όχι ως εκπρόσωπος της προηγούμενης κυβερνητικής περιόδου του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, κάθε νέα πολιτική αρχή συνοδεύεται από την αναπόφευκτη σύγκριση με την προηγούμενη διαδρομή του ίδιου του πρωταγωνιστή της. Οι υποσχέσεις για μια «κυβερνώσα Αριστερά», για ένα διαφορετικό μοντέλο οικονομικής δικαιοσύνης και για μια πιο διεκδικητική εξωτερική πολιτική έρχονται αντιμέτωπες με το πολιτικό αποτύπωμα της περιόδου 2015-2019, όταν ο Αλέξης Τσίπρας βρέθηκε στο τιμόνι της χώρας και κλήθηκε να μετατρέψει τις προεκλογικές δεσμεύσεις σε κυβερνητικές αποφάσεις. Σήμερα, το μεγάλο στοίχημα για τον ίδιο δεν είναι απλώς να παρουσιάσει ένα νέο πρόγραμμα, αλλά να πείσει ότι η νέα αυτή προσπάθεια αποτελεί πραγματική υπέρβαση του παρελθόντος και όχι μια πολιτική επανεκκίνηση με τα ίδια ερωτήματα να παραμένουν ανοιχτά.
Στην ομιλία του ο Αλέξης Τσίπρας περιέγραψε την ΕΛΑΣ ως μια νέα πολιτική δύναμη που φιλοδοξεί να καλύψει το κενό αντιπολίτευσης και να διεκδικήσει τη διακυβέρνηση από τη Νέα Δημοκρατία. Μίλησε για μια σύνθεση σοσιαλδημοκρατίας, ριζοσπαστικής Αριστεράς και οικολογίας, για αλλαγές στο σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια, για δικαιότερη φορολογία και για μια πιο «διεκδικητική» εξωτερική πολιτική. Παράλληλα, άσκησε σκληρή κριτική στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, κατηγορώντας την για υποχωρητικότητα στα εθνικά θέματα και για λανθασμένη στρατηγική στις διεθνείς σχέσεις. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Τσίπρας μίλησε ξανά για διαπραγμάτευση, εθνικό συμφέρον και υπέρβαση των αδιεξόδων. Λέξεις που στην πολιτική του διαδρομή έχουν προκαλέσει έντονες αντιπαραθέσεις και σήμερα επιστρέφουν στο τραπέζι με νέο περιτύλιγμα.
Το νέο αφήγημα
Γιατί όμως κάθε νέα πολιτική αφήγηση του Αλέξη Τσίπρα συνοδεύεται αναπόφευκτα από μια επιστροφή στο παρελθόν; Διότι ο ίδιος δεν εμφανίζεται ως ένας νέος παίκτης που ζητά απλώς την ευκαιρία να κυβερνήσει. Εμφανίζεται ως πρώην πρωθυπουργός που κυβέρνησε για τεσσεράμισι χρόνια και ζητά από την κοινωνία να αξιολογήσει εκ νέου την πρότασή του. Το πρόβλημα για τον ίδιο είναι ότι η πολιτική μνήμη δεν διαγράφεται με μια νέα ιδρυτική διακήρυξη.
Η «κυβερνώσα Αριστερά» και το δύσκολο τεστ της κυβερνητικής μνήμης
Ο Αλέξης Τσίπρας επιμένει ότι η νέα του πολιτική προσπάθεια δεν αφορά μια Αριστερά της άρνησης αλλά μια Αριστερά που μπορεί να κυβερνήσει. Η φράση αυτή, ωστόσο, λειτουργεί και ως έμμεση παραδοχή μιας παλιάς αδυναμίας: ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας συνέδεσε την προηγούμενη περίοδο με μια κυβέρνηση που ξεκίνησε με υψηλές προσδοκίες και κατέληξε να διαχειρίζεται δύσκολους συμβιβασμούς.
Η περίοδος της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε ένα πολιτικό εργαστήριο γεμάτο αντιφάσεις. Από τη ρητορική της σύγκρουσης με τους δανειστές μέχρι την υπογραφή του τρίτου μνημονίου, από τις υποσχέσεις για αλλαγή σελίδας μέχρι την εφαρμογή σκληρών δημοσιονομικών μέτρων, η διαδρομή αυτή άφησε ένα αποτύπωμα που ακόμη αποτελεί αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Σήμερα ο Τσίπρας επιχειρεί να μετατρέψει εκείνη την περίοδο από βάρος σε επιχείρημα εμπειρίας. Όμως η ερώτηση που θα επιστρέφει διαρκώς είναι απλή: τι άλλαξε από τότε; Γιατί μια πολιτική δύναμη που απέτυχε να πείσει ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις μπορεί τώρα να εμφανίζεται ως η λύση;
Η Παιδεία και η μάχη με την πραγματικότητα των εξετάσεων
Η αναφορά του στην εκπαίδευση και ειδικά στο σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια αγγίζει ένα πραγματικό κοινωνικό πρόβλημα. Η πίεση των πανελλαδικών εξετάσεων, η εξάρτηση πολλών οικογενειών από τα φροντιστήρια και το άγχος των μαθητών αποτελούν ζητήματα που δύσκολα αμφισβητούνται.
Όμως η πολιτική κριτική δεν αφορά μόνο τη διάγνωση του προβλήματος αλλά και την ικανότητα εφαρμογής της λύσης. Και εδώ εμφανίζεται το ερώτημα που συνοδεύει κάθε εξαγγελία του πρώην πρωθυπουργού: γιατί αυτά τα προβλήματα δεν αντιμετωπίστηκαν όταν υπήρχε η κυβερνητική δυνατότητα;
Η κοινωνία έχει ακούσει πολλές φορές διαπιστώσεις για τις παθογένειες της εκπαίδευσης. Αυτό που αναζητά πλέον είναι συγκεκριμένες αλλαγές με μετρήσιμο αποτέλεσμα και όχι άλλη μία πολιτική περιγραφή του προβλήματος.
Εξωτερική πολιτική: η επιστροφή της «διαπραγμάτευσης»
Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής ο Τσίπρας επέλεξε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως πολιτικό που προτάσσει τη διεκδίκηση έναντι της υποταγής. Αναφέρθηκε στη Συμφωνία των Πρεσπών, υπενθυμίζοντας ουσιαστικά το πολιτικό κεφάλαιο που θεωρεί ότι απέκτησε από εκείνη την επιλογή.
Ωστόσο, η ίδια υπόθεση παραμένει ένα από τα πιο διχαστικά κεφάλαια της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας. Για τους υποστηρικτές του ήταν μια δύσκολη αλλά αναγκαία διπλωματική λύση. Για τους επικριτές του ήταν ένας χειρισμός που προκάλεσε πολιτικό κόστος και κοινωνικές αντιδράσεις.
Το νέο αφήγημα περί «διεκδικητικής Ελλάδας» θα πρέπει λοιπόν να περάσει από το πιο δύσκολο τεστ: να πείσει ότι αποτελεί στρατηγική και όχι απλώς μια διαφορετική ρητορική προσέγγιση.
Οικονομία: η υπόσχεση της δικαιοσύνης και η σκιά της διακυβέρνησης
Στην οικονομία ο Τσίπρας μίλησε για αλλαγή ισορροπιών στη φορολογία και για μεγαλύτερη επιβάρυνση του πλούτου έναντι της εργασίας. Πρόκειται για ένα παραδοσιακό πεδίο πολιτικής σύγκρουσης στον χώρο της Αριστεράς.
Όμως και εδώ υπάρχει η αναπόφευκτη σύγκριση με το παρελθόν. Η κοινωνία δεν αξιολογεί μόνο τις προθέσεις αλλά και τις προηγούμενες επιλογές. Οι φόροι, η υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης και η σχέση κράτους και οικονομίας αποτέλεσαν βασικά σημεία κριτικής κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.
Η νέα πολιτική πρόταση θα χρειαστεί κάτι περισσότερο από την υπόσχεση μιας δικαιότερης κατανομής. Θα χρειαστεί απαντήσεις για ανάπτυξη, επενδύσεις, εισοδήματα και παραγωγικό μοντέλο.
Η μεγάλη πρόκληση: να πείσει ότι δεν είναι επιστροφή, αλλά νέα αρχή
Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να επιστρέψει στο πολιτικό προσκήνιο με ένα μήνυμα ανανέωσης. Το δύσκολο κομμάτι όμως δεν είναι να παρουσιάσει μια νέα πλατφόρμα. Είναι να πείσει ότι η νέα αυτή προσπάθεια δεν αποτελεί απλώς επανασυσκευασία μιας παλιάς πολιτικής πρότασης.
Η πολιτική απαιτεί μνήμη. Και ο πρώην πρωθυπουργός έχει το πλεονέκτημα της εμπειρίας, αλλά και το μειονέκτημα της ευθύνης. Η κοινωνία γνωρίζει πλέον όχι μόνο τι υπόσχεται, αλλά και τι έκανε όταν είχε την εξουσία.
Το στοίχημα για τον Τσίπρα δεν είναι να πείσει ότι έχει ιδέες. Είναι να πείσει ότι έχει απαντήσεις. Και κυρίως, ότι αυτή τη φορά η διαδρομή από τα λόγια μέχρι την πράξη θα είναι διαφορετική.