Το αφήγημα ήταν καθαρό και επαναλαμβανόμενο: καμία σκιά, καμία ανοχή, καμία εξαίρεση.

Το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη θα ήταν το κόμμα της θεσμικής αυστηρότητας και της ηθικής υπεροχής. Όποιος ελέγχεται, απομακρύνεται. Όποιος εμπλέκεται, διαγράφεται. Μόνο που η πολιτική δεν κρίνεται από τις διαγραφές, κρίνεται από τις επιλογές που προηγήθηκαν.

Η αφετηρία της σημερινής κρίσης έχει συγκεκριμένη χρονολογία. Δεκέμβριος 2025: ο Γιώργος Λαμπράκης, κουμπάρος του προέδρου, συλλαμβάνεται για την υπόθεση των παράνομων αγροτικών επιδοτήσεων μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ. Λίγες ημέρες αργότερα κρίνεται προφυλακιστέος, με την έρευνα να διενεργείται υπό την εποπτεία της Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η αναστολή της κομματικής ιδιότητας ήταν άμεση. Η διαγραφή επίσης. Η ζημιά όμως δεν ήταν διαδικαστική, ήταν πολιτική και προσωπική.

Ιδίως για έναν πρόεδρο που λίγους μήνες πριν, από το βήμα της Βουλής, κρατούσε δημοσίευμα και ζητούσε πολιτικές εξηγήσεις από τον Κυριάκο Μητσοτάκη για παλαιές κουμπαριές του αείμνηστου Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Όταν έχεις αναγάγει τη συγγενική σχέση σε πολιτικό τεκμήριο, δεν μπορείς να την υποβαθμίζεις σε ιδιωτική υπόθεση όταν αφορά τον δικό σου κύκλο.

Η συνέχεια επιβάρυνε περαιτέρω το κλίμα. Η εμπλοκή της γραμματέως Οργανωτικού του ΠΑΣΟΚ σε υπόθεση του ΟΠΕΚΑ άγγιξε την καρδιά του κομματικού μηχανισμού. Αποσπασμένη στη Χαριλάου Τρικούπη, κατείχε τη νευραλγικότερη θέση για ένα κόμμα που φιλοδοξεί να κυβερνήσει: το Οργανωτικό δεν είναι διακοσμητικό αξίωμα, αλλά ο μηχανισμός ελέγχου και στελέχωσης. Το Οργανωτικό δεν είναι μια περιφερειακή καρέκλα. Είναι ο μηχανισμός που ελέγχει τη δομή, τις τοποθετήσεις, την εσωκομματική ισορροπία. Είναι επιλογή του προέδρου, όχι τυχαίο διοικητικό λάθος.

Κάπως έτσι, το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε σε διαρκή κύκλο ανακοινώσεων περί «μηδενικής ανοχής». Η φράση επαναλαμβάνεται μηχανικά, σχεδόν αντανακλαστικά. Όμως κάθε νέα διαγραφή φωτίζει το ίδιο ερώτημα: ποιος τους επέλεξε; Ποιος τους είχε στον στενό του κύκλο; Ποιος τους εμπιστεύτηκε σε καίριες θέσεις;

Η κρίση δεν είναι οργανωτική. Είναι κρίση πολιτικής διορατικότητας. Και γίνεται βαρύτερη όσο πλησιάζει το συνέδριο και οι δημοσκοπήσεις δεν δίνουν την πολυπόθητη ώθηση. Γιατί τελικά, η «μηδενική ανοχή» είναι εύκολη όταν εφαρμόζεται εκ των υστέρων. Η διορατικότητα όμως κρίνεται πριν από το σκάνδαλο.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία: το ΠΑΣΟΚ ζητά ξανά ρόλο εξουσίας. Με πρόεδρο που εμφανίζεται ως θεματοφύλακας της θεσμικής καθαρότητας. Μόνο που, μέχρι στιγμής, οι επιλογές του μοιάζουν να διαψεύδουν το αφήγημά του — η μία πιο επιβαρυντική από την άλλη. Κι αυτό γεννά ένα απλό αλλά αμείλικτο ερώτημα: αν έτσι επιλέγει τους συνεργάτες του, πώς ακριβώς σκοπεύει να κυβερνήσει;