Η Νέα Δημοκρατία υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη  βρίσκεται στο επίκεντρο μιας συζήτησης που συχνά εγκλωβίζεται σε στερεότυπα.

Η πολιτική ταυτότητα ενός ζωντανού οργανισμού δεν είναι ένα απολιθωμένο σύνολο δογμάτων, αλλά μια διαρκής δυναμική διαδικασία. Σήμερα, διανύοντας ήδη το πρώτο τρίτο του 21ου αιώνα, η Νέα Δημοκρατία υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη βρίσκεται στο επίκεντρο μιας συζήτησης που συχνά εγκλωβίζεται σε στερεότυπα.

Για τους επικριτές της, η παράταξη «μεταλλάσσεται» και απομακρύνεται από τις παραδοσιακές της ρίζες. Για όσους, όμως, αντιλαμβάνονται το βάθος της φιλελεύθερης και κεντροδεξιάς σκέψης, πρόκειται για μια αναγκαία και οργανική προσαρμογή στις σύγχρονες αντιλήψεις.

Οι εποχές αλλάζουν 

Η αλήθεια είναι απλή: οι εποχές αλλάζουν και μαζί τους πρέπει να συγχρονίζεται ο βηματισμός κάθε παράταξης που φιλοδοξεί να κυβερνά το παρόν και να διαμορφώνει το μέλλον.

Η προσπάθεια αυτή δεν αποτελεί ιδεολογική αποποίηση, αλλά επιστροφή στην ουσία του αυθεντικού φιλελευθερισμού. Ο φιλελευθερισμός, από τη γέννησή του, δεν υπήρξε ποτέ ένα άκαμπτο οικονομικό ευαγγέλιο, αλλά ένας τρόπος να κατανοούμε την ελευθερία, την πρόοδο και τα ατομικά δικαιώματα μέσα στο εκάστοτε κοινωνικό πλαίσιο.

Αυτή η ανάγκη για συγχρονισμό χωρίς απώλεια της ιστορικής συνέχειας αναδεικνύεται ανάγλυφα μέσα από το έργο μεγάλων διανοητών. Στην ελληνική πνευματική παράδοση, ο Γιώργος Θεοτοκάς —ένας από τους κορυφαίους εκφραστές του προοδευτικού αστικού εκσυγχρονισμού και της γενιάς του ’30— είχε διαγνώσει έγκαιρα ότι η ελληνικότητα και οι φιλελεύθερες αξίες δεν κινδυνεύουν από το άνοιγμα στον κόσμο, αλλά από την εσωστρέφεια και την καθήλωση στο παρελθόν. Για τον Θεοτοκά, η παράδοση δεν είναι ένα μουσείο που το κοιτάμε παθητικά, αλλά μια ζωντανή πηγή έμπνευσης που οφείλει να αναμετράται με τα μεγάλα ευρωπαϊκά ρεύματα της εποχής της.

Σε διεθνές επίπεδο, ο Ρεϊμόν Αρόν, ο μεγάλος Γάλλος φιλόσοφος και κοινωνιολόγος του 20ού αιώνα, προσέφερε το απόλυτο θεωρητικό αντίδοτο στον δογματισμό. Ο Αρόν δίδαξε έναν «εγγυημένο φιλελευθερισμό», μια στάση ζωής και πολιτικής που απορρίπτει τις απόλυτες ουτοπίες και εστιάζει στη μελέτη της πραγματικότητας. Η σκέψη του μας θυμίζει ότι οι πολιτικές πρέπει να κρίνονται από τα πρακτικά τους αποτελέσματα και όχι από τις ιδεολογικές τους καταβολές.

Σε αυτό το πλαίσιο, η σύγχρονη κεντροδεξιά προσέγγιση συναντά τη σκέψη του Καρλ Πόπερ και την έννοια της «ανοιχτής κοινωνίας». Ο Πόπερ υποστήριζε ότι η κοινωνική πρόοδος επιτυγχάνεται μέσα από τη σταδιακή και ορθολογική μεταρρύθμιση και όχι μέσα από σαρωτικές, δογματικές ανατροπές.

Παράλληλα, η ανάγκη για ένα κράτος που εγγυάται τις ίσες ευκαιρίες και την κοινωνική δικαιοσύνη, χωρίς να καταπνίγει την ιδιωτική πρωτοβουλία, παραπέμπει στον «πολιτικό φιλελευθερισμό» του Τζον Ρωλς. Η δικαιοσύνη ως ακρογωνιαίος λίθος της κοινωνικής συνοχής αποτελεί πλέον οργανικό στοιχείο της κεντροδεξιάς ατζέντας, αποδεικνύοντας ότι ο φιλελευθερισμός δεν ταυτίζεται με την κοινωνική αδιαφορία.

Από τη θεωρία στην πράξη

Η Νέα Δημοκρατία του σήμερα, ενσωματώνοντας αυτές τις αντιλήψεις, επιχειρεί να σπάσει τα παραδοσιακά στερεότυπα μέσα από απτά πολιτικά παραδείγματα.

Ψηφιακός μετασχηματισμός και κράτος: Η ψηφιοποίηση του κράτους μέσω του gov.gr δεν αποτελεί απλώς μια τεχνοκρατική αναβάθμιση, αλλά μια βαθιά φιλελεύθερη μεταρρύθμιση. Μειώνει τη γραφειοκρατία, περιορίζει τη διαφθορά, καταργεί τις πελατειακές σχέσεις και απελευθερώνει τον χρόνο του πολίτη. Το κράτος γίνεται αρωγός και όχι δυνάστης της ατομικής προσπάθειας.

Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και μη κρατικά πανεπιστήμια: Η άρση του κρατικού μονοπωλίου στην ανώτατη εκπαίδευση, με τη θεσμοθέτηση των μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων, αποτελεί εμβληματική φιλελεύθερη τομή. Δίνει επιλογές στους νέους, προσελκύει διεθνές επιστημονικό κεφάλαιο και ευθυγραμμίζει την Ελλάδα με την ευρωπαϊκή κανονικότητα, ενισχύοντας ταυτόχρονα τον υγιή ανταγωνισμό προς όφελος και του δημόσιου πανεπιστημίου.

Διεύρυνση των κοινωνικών δικαιωμάτων: Η θεσμοθέτηση του γάμου για τα ομόφυλα ζευγάρια και η ενίσχυση της προστασίας των δικαιωμάτων της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, καθώς και οι πολιτικές για την ισότητα των φύλων, αποδεικνύουν τη μετατόπιση προς έναν συμπεριληπτικό φιλελευθερισμό. Η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των ατομικών ελευθεριών επεκτείνεται σε κάθε πολίτη, πέρα από αναχρονιστικές προκαταλήψεις.

Πράσινη μετάβαση και βιωσιμότητα: Η επένδυση στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και η απολιγνιτοποίηση δείχνουν ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν νοείται πλέον χωρίς περιβαλλοντική υπευθυνότητα. Η προστασία του περιβάλλοντος αντιμετωπίζεται ως υποχρέωση απέναντι στις επόμενες γενιές, εναρμονίζοντας την ελεύθερη αγορά με τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Κοινωνική συμπερίληψη και απασχόληση: Η μείωση της ανεργίας μέσω της προσέλκυσης ξένων επενδύσεων και η παράλληλη στήριξη των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, μέσω στοχευμένων επιδομάτων και αυξήσεων στον κατώτατο μισθό, αναδεικνύουν ένα μοντέλο που συνδυάζει την οικονομική αποτελεσματικότητα με την κοινωνική δικαιοσύνη.

Οι συμπληγάδες των αντιδράσεων

Αυτός ο εκσυγχρονιστικός βηματισμός αναπόφευκτα προκαλεί κραδασμούς, καθώς η ηγεσία της παράταξης καλείται να διαβεί μια πολιτική στενωπό, δεχόμενη πυρά και από τις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος.

Από τη μία πλευρά, η αριστερή αντιπολίτευση εγκλωβίζεται σε μια αναχρονιστική ρητορική περασμένων δεκαετιών. Αδυνατώντας να κατανοήσει ότι ο κόσμος αλλάζει, βαφτίζει κάθε μεταρρύθμιση «νεοφιλελεύθερη λαίλαπα».

Στην ψηφιοποίηση βλέπει «απώλεια θέσεων εργασίας», στα μη κρατικά πανεπιστήμια «εμπορευματοποίηση της γνώσης» και στις επενδύσεις «ξεπούλημα». Η Αριστερά στην Ελλάδα έχει μετατραπεί στον πιο γνήσιο εκφραστή της συντήρησης, αμυνόμενη υπέρ των συντεχνιών και των κρατικών μονοπωλίων, ενώ την ίδια στιγμή επιχειρεί αμήχανα να οικειοποιηθεί την ατζέντα των δικαιωμάτων, την οποία η κυβέρνηση κάνει πράξη με θεσμικό και ορθολογικό τρόπο.

Από την άλλη πλευρά, η παραδοσιακή συντηρητική πτέρυγα εκφράζει ανησυχίες για αλλοίωση των ιδεολογικών σταθερών της παράταξης. Φοβάται ότι το άνοιγμα στο Κέντρο και η υιοθέτηση προοδευτικών κοινωνικών πολιτικών —όπως ο γάμος των ομόφυλων ζευγαριών— αποκόπτει τη ΝΔ από το παραδοσιακό, πατριωτικό και θρησκευόμενο ακροατήριό της.

Πρόκειται για μια παρεξήγηση. Η σύγχρονη Κεντροδεξιά δεν απορρίπτει την παράδοση· την απελευθερώνει από τον εναγκαλισμό με τον σκοταδισμό. Ο υγιής συντηρητισμός, άλλωστε, που δίδασκε ο Έντμουντ Μπερκ, εμπεριέχει την έννοια της αλλαγής ως μέσο για τη διατήρηση των βασικών αξιών της κοινωνίας.

Ο πατριωτισμός της ευθύνης

Η διεύρυνση της ταυτότητας της Νέας Δημοκρατίας δεν συνιστά αποκοπή από τις βασικές αρχές της. Η πίστη στην ατομική προκοπή, στην ελεύθερη οικονομία, στο κράτος δικαίου και στον πατριωτισμό παραμένει αναλλοίωτη.

Αυτό που αλλάζει είναι η μετάφραση αυτών των αρχών στην πράξη. Ο πατριωτισμός σήμερα δεν είναι κραυγαλέος εθνικισμός, αλλά μεταφράζεται σε μια ισχυρή και αξιόπιστη παρουσία στα ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων και σε μια θωρακισμένη, σύγχρονη αποτρεπτική ισχύ.

Το στοίχημα για το πρώτο τρίτο του 21ου αιώνα είναι σαφές. Η Νέα Δημοκρατία δεν μεταλλάχθηκε· ωρίμασε. Αποδεικνύει ότι η συντήρηση των αξιών επιτυγχάνεται μόνο μέσα από την ανανέωση των πολιτικών.

Όπως θα συμφωνούσαν ο Θεοτοκάς, ο Αρόν, ο Πόπερ και ο Ρωλς, η ικανότητα μιας παράταξης να αλλάζει προκειμένου να παραμένει πιστή στον εαυτό της και χρήσιμη στην κοινωνία δεν είναι αδυναμία. Είναι η μεγαλύτερη πολιτική της αρετή.