Εδώ και μήνες η Τζιλ Μπάιντεν περιοδεύει συνεχώς στις ΗΠΑ με ένα μήνυμα: μόνο ο Τζο Μπάιντεν θα μπορέσει να συσπειρώσει τη χώρα που είναι πολωμένη όσο ποτέ, αν βρεθεί στον Λευκό Οίκο, επιδεικνύοντας μια πρωτόγνωρη ενέργεια και επιλέγοντας έναν αισιόδοξο λόγο των οποίο εκτιμούν οι γυναίκες που ψηφίζουν τους Δημοκρατικούς, αλλά και κάποιες που στηρίζουν τους Ρεπουμπλικάνους. Από την άλλη, στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, η Μελάνια είχε σπάνιες εμφανίσεις. «Δεν συμφωνώ πάντα με τον τρόπο που λέει τα πράγματα», είχε αποκαλύψει πριν λίγες ημέρες σε μια συγκέντρωση στην οποία πήγε μόνη της. Όμως «ο Ντόναλντ είναι μαχητής. Αγαπά αυτή τη χώρα και μάχεται για εσάς καθημερινά», είχε προσθέσει. Εξάλλου την προηγούμενη εβδομάδα βρέθηκε στο πλευρό του συζύγου της στη Φλόριντα. «Κάθε φορά που την χρειάζεται για μια μεγάλη κίνηση υποστήριξης, εκείνη είναι εκεί», εκτιμά η Κάθριν Τζέλισον καθηγήτρια Ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Οχάιο. Η πρώτη έχει ήδη εμπειρία Λευκού Οίκου ως δεύτερη κυρία δίπλα στην Μισέλ Ομπάμα. Η δεύτερη επί μια τετραετία παρέμεινε στο παρασκήνιο ενώ οι εμφανίσεις της ήταν άκρως τυπικές. Για τις φωτογραφίες.

Ποιες όμως είναι οι δύο κυρίες πίσω από τους διεκδικητές του Λευκού Οίκου;

Τζιλ Μπάιντεν: Η συσπειρωτική δύναμη

Με μια ζωντάνια που καμιά φορά μοιάζει να ξεπερνά αυτή του συζύγου της, ο οποίος έχει περιορίσει εδώ και καιρό τις προεκλογικές του εμφανίσεις, η 69χρονη εκπαιδευτικός έχει αυξήσει τις επισκέψεις της σε πολιτείες- κλειδί, οι οποίες ενδέχεται να στραφούν στους Δημοκρατικούς στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.

Η Τζιλ Μπάιντεν καλεί τους Αμερικανούς “Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικάνους, αστούς και αγρότες” να συσπειρωθούν για να ξεπεράσουν τις πολιτικές τους διαφορές, να αντιμετωπίσουν την πανδημία του κορονοϊού και την οικονομική κρίση.

“Δεν συμφωνούμε σε όλα, δεν είναι απαραίτητο, μπορούμε πάντα να αγαπάμε και να σεβόμαστε ο ένας τον άλλο”, τόνισε σε ομιλία της, που έρχεται σε σαφή αντίθεση με τη διχαστική ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ.

Εξάλλου η Τζιλ εμφανίζει ένα πιο προσιτό πρόσωπο από τον σύζυγό της όταν αναφέρεται στις “αδιανόητες τραγωδίες” που έχουν σημαδέψει τη ζωή τους.

Η Τζιλ Μπάιντεν έχει διηγηθεί πώς ο πρώην αντιπρόεδρος του Μπαράκ Ομπάμα επέστρεψε στα καθήκοντά του λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του γιου του Μπο από καρκίνο στον εγκέφαλο το 2015.

“Έμαθε να θεραπεύει μια οικογένεια και με τον ίδιο τρόπο θεραπεύουμε μια χώρα: με αγάπη, κατανόηση, μικρές χειρονομίες ευγένειας, θάρρος και μια απαρέγκλιτη ελπίδα”, είχε δηλώσει σε ομιλία της σχετικά με τις κρίσεις που πλήττουν τις ΗΠΑ λόγω της πανδημίας του κορονοϊού και τις εντάσεις που ταλανίζουν τη χώρα τα τελευταία τέσσερα χρόνια.

Ο Τζο και η Τζιλ Μπάιντεν παντρεύτηκαν το 1977, πέντε χρόνια μετά την πρώτη τραγωδία που σημάδεψε τον πρώην αντιπρόεδρο των ΗΠΑ: η πρώτη του σύζυγος και η κόρη τους σκοτώθηκαν σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα.

Οι δύο γιοι τους που επέζησαν, ο Μπο και ο Χάντερ, είχαν προτείνει στον πατέρα τους να παντρευτεί τη Τζιλ, διηγείται ο Τζο Μπάιντεν στην αυτοβιογραφία του, όπου έχει γράψει: “Μου ξανάδωσε τη ζωή”.

Η Τζιλ Μπάιντεν διέκοψε την καριέρα της όταν απέκτησε την κόρη τους Άσλεϊ το 1981, όμως στη συνέχεια επέστρεψε στις σπουδές της και απέκτησε διδακτορικό στην εκπαίδευση.

Εξακολουθεί να διδάσκει σε ένα πανεπιστήμιο στη βόρεια Βιρτζίνια, κοντά στην Ουάσινγκτον, κάτι που σκοπεύει να συνεχίσει ακόμη κι αν ο σύζυγός της εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ.

Εκτός από τη Χίλαρι Κλίντον η οποία διετέλεσε για σύντομο διάστημα γερουσιάστρια στο τέλος της καριέρας του συζύγου της, η Τζιλ Μπάιντεν θα γίνει η πρώτη Πρώτη Κυρία που θα συνεχίσει την επαγγελματική της καριέρα.

Με αυτό τον τρόπο θα αλλάξει “για πάντα τις προσδοκίες και τα όρια” του ρόλου αυτού, εκτιμά η Κέιτ Άντερσεν Μπράουερ, συγγραφέας ενός βιβλίου για την ιστορία των Πρώτων Κυριών των ΗΠΑ.

“Θα φέρει τον ρόλο της Πρώτης Κυρίας στον 21ο αιώνα”, προσθέτει η Κάθριν Τζέλισον ειδική στην Αμερικανική Ιστορία στο πανεπιστήμιο του Οχάιο, υπογραμμίζοντας ότι “οι περισσότερες Αμερικανίδες είναι υποχρεωμένες να συνδυάζουν την επαγγελματική ζωή με την οικογενειακή”.

Η Τζιλ Μπάιντεν συμμετέχει ενεργά στην προεκλογική εκστρατεία του συζύγου της ήδη από τις προκριματικές εκλογές. Για τον λόγο αυτό ο υποψήφιος των Δημοκρατικών συνηθίζει να παρουσιάζει τον εαυτό του ως “ο σύζυγος της Τζιλ Μπάιντεν”.

Παρά το εύθραυστο παρουσιαστικό της η Τζιλ είχε απωθήσει, χωρίς να διστάσει, μια διαδηλώτρια η οποία πλησίασε τον Τζο τον Μάρτιο στη διάρκεια προεκλογικής συγκέντρωσης.

Σε μια σπάνια κίνηση ο Λίντσεϊ Γκρέιαμ, γερουσιαστής των Ρεπουμπλικάνων και στενός σύμμαχος του Ντόναλντ Τραμπ, εξήρε την Τζιλ Μπάιντεν χαρακτηρίζοντάς της “έναν αξιόλογο άνθρωπο” μετά την ομιλία της στο συνέδριο των Δημοκρατικών.

Σταθερή στο πλευρό του συζύγου της, κατήγγειλε “τη λάσπη” που εξαπέλυσε η ομάδα του Τραμπ για να “αποσπάσει την προσοχή” σχετικά με τις πρόσφατες κατηγορίες για διαφθορά εναντίον του Χάντερ Μπάιντεν, του μεγαλύτερου γιου του Τζο Μπάιντεν, ο οποίος είχε επιχειρηματικές δραστηριότητες στην Κίνα και την Ουκρανία όταν ο πατέρας του ήταν αντιπρόεδρος των ΗΠΑ.

Ωστόσο δεν σχολίασε τις καταγγελίες της Τάρα Ριντ, η οποία κατηγόρησε τον σύζυγό της για βιασμό τη δεκαετία του 1990.

Ο πρώην αντιπρόεδρος δέχεται επικρίσεις επειδή είναι ιδιαίτερα διαχυτικός με τις γυναίκες, πολλές από τις οποίες έχουν καταγγείλει τη συμπεριφορά του. Η Τζιλ Μπάιντεν απαντά ότι η συμπεριφορά του συζύγου της είναι αθώα, ενώ ο ίδιος παραδέχθηκε ότι “έμαθε” από τις καταγγελίες των γυναικών αυτών που έκριναν ότι παραβίασε τον προσωπικό τους χώρο.

 

Μελάνια Τραμπ: Η πρώτη κυρία που έγραψε ιστορία

Η Μελάνια Τραμπ έχει ήδη ένα ρεκόρ: είναι η πρώτη κυρία που δεν γεννήθηκε Αμερικανίδα.  Για καιρό η Μελάνια Τραμπ εμφανιζόταν επιφυλακτική να αναλάβει τον ρόλο της πρώτης κυρίας των ΗΠΑ. Τέσσερα μετά την άφιξή της στον Λευκό Οίκο, το πρώην μοντέλο από τη Σλοβενία παραμένει φειδωλό στις παρεμβάσεις του, όμως βρίσκεται πάντα στο πλευρό του συζύγου της όταν αυτός την χρειάζεται.

Οι σκέψεις της τρίτης συζύγου του Ντόναλντ Τραμπ, η οποία πήρε την αμερικανική υπηκοότητα το 2006, παραμένουν αντικείμενο εικασιών: συμμερίζεται τις απόψεις του συζύγου της; Είναι χαρούμενη στον γάμο της και στον ρόλο της πρώτης κυρίας; Πανό αλλά και το hashtag #FreeMelania (Ελευθερώστε τη Μελάνια) εμφανίστηκαν επανειλημμένα στη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων ετών τόσο σε διαδηλώσεις όσο και στους ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης.

Η 50χρονη Μελάνια, με την αγέρωχη κορμοστασιά και το γυάλινο βλέμμα, δεν φαίνεται να επηρεάζεται.

Η πρώτη κυρία “είναι πολύ πιο ισχυρή και έχει μεγαλύτερη επιρροή στον σύζυγό της” από όσο μπορούν να φανταστούν οι παρατηρητές, δηλώνει η δημοσιογράφος του CNN Κέιτ Μπένετ στο βιβλίο της που κυκλοφόρησε πέρυσι και αφορούσε τη Μελάνια Τραμπ, την οποία παρουσίαζε ως μια δυνατή και ανεξάρτητη γυναίκα.

Γεννημένη στη Σλοβενία, εγκατέλειψε τη χώρα της για το Μιλάνο και το Παρίσι επιθυμώντας να γίνει μοντέλο. Η καριέρα της την έφερε στις ΗΠΑ το 1996, συνάντησε τον Ντόναλντ Τραμπ δύο χρόνια αργότερα και τον παντρεύτηκε το 2005. Μαζί έχουν έναν γιο, τον 14χρονο Μπάρον.

https://youtu.be/Xrrk9xsxwTo

Η αμερικανική της περιπέτεια την έφερε στην πιο διάσημη προεδρική κατοικία παγκοσμίως, της επέτρεψε να έχει μια πλούσια ζωή μεταξύ του Πύργου του Τραμπ που βλέπει το Σέντραλ Παρκ και των επιβλητικών ακινήτων του συζύγου της στη Φλόριντα.

Αρχικά η Μελάνια δεν είχε ενθουσιαστεί με την ιδέα ο Ντόναλντ Τραμπ να γίνει πρόεδρος, όπως είχε δηλώσει ο ίδιος στην εφημερίδα Washington Post: “Μου είχε πει: ‘έχουμε μια τόσο ωραία ζωή. Γιατί θέλεις να το κάνεις αυτό;’”.

Τελικά έγινε η πρώτη πρώτη κυρία των ΗΠΑ που έχει γεννηθεί στο εξωτερικό εδώ και σχεδόν δύο αιώνες.

Όσοι την ακολουθούν συχνά χρειάστηκε να ερμηνεύσουν μια λέξη, μια χειρονομία ή ακόμη και ένα ρούχο της. Όπως το 2018 στη διάρκεια της επίσκεψής της σε ένα κέντρο κράτησης παιδιών μεταναστών στα σύνορα με το Μεξικό, όταν φόρεσε ένα σακάκι που έγραφε: “”I really don’t care, do u?” (Πραγματικά δεν με νοιάζει, εσένα;).

Απευθυνόταν στην αμερικανική κοινή γνώμη; Στον σύζυγό της; Η εκπρόσωπός της διαβεβαίωσε ότι “δεν υπήρχε κανένα κρυμμένο μήνυμα”, όμως η ίδια η Μελάνια παραδέχθηκε αργότερα το αντίθετο.

“Έβαλα το σακάκι (…) για τα αριστερά μέσα ενημέρωσης που με επικρίνουν και ήθελα να τους δείξω ότι δεν με νοιάζει. Ότι αυτό δεν θα με εμποδίσει να κάνω αυτό που θεωρώ σωστό”, είχε δηλώσει απαθής στο τηλεοπτικό δίκτυο ABC.

Σχεδόν κάθε φορά που μίλησε δημοσίως, οι επικρίσεις δεν αργούσαν.

Η ομιλία της στο συνέδριο των Ρεπουμπλικάνων το 2016 έγινε στόχος ειρωνιών διότι είχε χρησιμοποιήσει ολόκληρα αποσπάσματα από μια ομιλία της πρώην πρώτης κυρίας Μισέλ Ομπάμα.

Πριν δύο χρόνια είχε εξηγήσει μιλώντας στον Σον Χάνιτι του Fox News ότι το πιο δύσκολο κομμάτι του νέου της ρόλου ήταν “οι οπορτουνιστές που εκμεταλλεύονται το όνομα ή το επώνυμό μου για να προωθήσουν (τα συμφέροντά τους), από τους κωμικούς ως τους δημοσιογράφους, τους καλλιτέχνες και τους συγγραφείς βιβλίων”.

“Δεν με πληγώνει”, είχε υποστηρίξει, αλλά “το πρόβλημα είναι ότι γράφουν την ιστορία και δεν είναι σωστή”.