Πρόσφατα δημοσιεύματα αποκαλύπτουν μια νέα πρακτική που αναπτύσσεται κυρίως στις ΗΠΑ: ο προεμφυτευτικός γενετικός έλεγχος εμβρύων (PGT) δεν χρησιμοποιείται μόνο για την αποτροπή σοβαρών ασθενειών, αλλά και για την επιλογή εκείνων που εμφανίζουν υψηλότερες πιθανότητες για χαρακτηριστικά όπως το IQ, το ύψος ή η συναισθηματική σταθερότητα.

Εταιρείες όπως η Genomic Prediction και η Nucleus Genomics προσφέρουν εργαλεία polygenic scoring - αξιολόγηση εμβρύων βάσει πολυγονιδιακών μοντέλων που αντλούν από μεγάλες γενετικές βάσεις δεδομένων. Οι δείκτες περιλαμβάνουν γνωστική ικανότητα, προδιάθεση για καρδιοπάθειες και άλλους παράγοντες, ενώ κάθε έμβρυο κατατάσσεται σε σχετική «κλίμακα δυνατοτήτων». Οι εταιρείες αυτές απευθύνονται σε ζευγάρια που προβαίνουν σε εξωσωματική γονιμοποίηση και αναζητούν το «πιο υποσχόμενο» έμβρυο.

Στην Ευρώπη, η χρήση τέτοιων εργαλείων είναι νομικά περιορισμένη. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, η αρμόδια Αρχή (HFEA) επιτρέπει γενετικό έλεγχο μόνο για σοβαρές ασθένειες. Ωστόσο, ζευγάρια ζητούν τα ακατέργαστα γενετικά δεδομένα των εμβρύων τους και τα αποστέλλουν σε ιδιωτικές εταιρείες του εξωτερικού, παρακάμπτοντας τους εθνικούς περιορισμούς. Το φαινόμενο έχει περιγραφεί εύστοχα από τον Τύπο ως «επιλογή του πιο έξυπνου μωρού μέσω excel» (The Guardian, 6/12/2025). Η επιστημονική κοινότητα διατυπώνει σοβαρές ενστάσεις. Τα polygenic scores είναι στατιστικά εργαλεία που προκύπτουν από πληθυσμιακές μελέτες (GWAS) και ενδέχεται να μην έχουν ουσιαστική προβλεπτική ισχύ σε μεμονωμένα άτομα. Επιπλέον, οι αλγόριθμοι ενδέχεται να ενσωματώνουν κοινωνικές και φυλετικές μεροληψίες, εντείνοντας τους προβληματισμούς για το κατά πόσο αυτές οι «προβλέψεις» είναι ουδέτερες ή επιστημονικά αξιόπιστες.

Η ιατρική, εδώ και δεκαετίες, εφαρμόζει γενετικούς ελέγχους με σκοπό την πρόληψη σοβαρών ασθενειών. Αυτή η πρακτική εντάσσεται στον πυρήνα της ιατρικής ηθικής: αποτροπή βλάβης και φροντίδα της ζωής. Όταν, όμως, η γενετική πληροφορία χρησιμοποιείται για να ιεραρχηθούν έμβρυα με βάση υποκειμενικά επιθυμητά χαρακτηριστικά, τότε περνάμε σε ένα εντελώς διαφορετικό ηθικό πεδίο. Πρώτον, ανακύπτει το ζήτημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Όταν η αξία της ζωής αξιολογείται πριν καν γεννηθεί, βάσει πιθανοτήτων και προσδοκιών, υπονομεύεται η αρχή της ισότητας και του σεβασμού προς κάθε πρόσωπο. Δεύτερον, δημιουργούνται νέες μορφές κοινωνικής ανισότητας. Οι πρακτικές αυτές είναι οικονομικά προσβάσιμες μόνο σε λίγους, ενισχύοντας την ιδέα μιας «γενετικής ελίτ» και καθιστώντας την ανισότητα όχι απλώς κοινωνική, αλλά και βιολογική. Τρίτον, αλλοιώνεται η έννοια της γονεϊκής σχέσης. Η γονεϊκή αγάπη, όπως την κατανοούμε, βασίζεται στην αποδοχή του παιδιού ως μοναδικού και απρόβλεπτου όντος. Η μετατροπή του παιδιού σε προϊόν επιλογής ενδέχεται να μετατρέψει την αποτυχία σε απογοήτευση και τη σχέση σε προσδοκία απόδοσης.

Η τεχνολογική δυνατότητα δεν ισοδυναμεί με ηθική αποδοχή. Από τον Kant μέχρι τον Hans Jonas, η ηθική φιλοσοφία μάς υπενθυμίζει ότι κάθε νέα δύναμη συνοδεύεται από αυξημένη ευθύνη. Η ιατρική και η βιοηθική οφείλουν να λειτουργούν ως αντίβαρο στη δυναμική της τεχνολογίας, ιδίως όταν αυτή επεμβαίνει σε τόσο θεμελιώδεις πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης. Η βιοηθική καλεί σε περίσκεψη. Το ερώτημα «θα επέλεγες το πιο έξυπνο παιδί;» δεν είναι αθώο, προϋποθέτει ένα νέο ανθρωπολογικό μοντέλο όπου το παιδί δεν γεννιέται, αλλά σχεδιάζεται. Και κάθε φορά που επιλέγουμε όχι μόνο να γεννηθεί μια ζωή, αλλά και τι είδους ζωή αξίζει να γεννηθεί, διαμορφώνουμε το μέλλον της ίδιας της ανθρώπινης συνθήκης.

* Η Μαρία Κ. Χωριανοπούλου είναι επίκ. καθηγήτρια Ιατρικής Ηθικής-ΕΚΠΑ